Μη εξυπηρετούμενα δάνεια: Τάσεις σταθεροποίησης το 2016 – Τα επόμενα βήματα Ομιλία του Υποδιοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Θεόδωρου Μητράκου στο Διεθνές Οικονομικό Συνέδριο Θεσσαλονίκης με θέμα: «Επανεκκίνηση της οικονομίας και αγορά ακινήτων»

  • 0

Μη εξυπηρετούμενα δάνεια: Τάσεις σταθεροποίησης το 2016 – Τα επόμενα βήματα Ομιλία του Υποδιοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Θεόδωρου Μητράκου στο Διεθνές Οικονομικό Συνέδριο Θεσσαλονίκης με θέμα: «Επανεκκίνηση της οικονομίας και αγορά ακινήτων»

Tags : 

10/02/2017

Ομιλητής: Θεόδωρος Μητράκος

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΥΠΟΔΙΟΙΚΗΤΗ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
κ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΜΗΤΡΑΚΟΥ
ΣΤO ΔΙΕΘΝΕΣ OIKONOMIKO ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
«Επανεκκίνηση της οικονομίας και αγορά ακινήτων»

Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2017

Διεθνές Συνεδριακό Κέντρο Ι. Βελλίδης – ΔΕΘ

Κυρίες και Κύριοι,

Θέλω κατ’ αρχάς να ευχαριστήσω τους διοργανωτές για την ευκαιρία που μου δίνεται να καταθέσω ορισμένες σκέψεις για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και την αγορά ακινήτων. Μετά από περίπου επτά χρόνια κρίσης, νομίζω ότι έχουν λεχθεί πολλά για τα αίτια και τις επιπτώσεις της τρέχουσας κρίσης, αλλά λιγότερα για την επόμενη μέρα. Αν και ως λαός φημιζόμαστε για την ευρηματικότητά μας, στην πολυετή κρίση που βιώνουμε δυστυχώς το προτέρημα αυτό δεν το αξιοποιήσαμε δημιουργικά και, με σποραδικές εξαιρέσεις, μάλλον επιλέξαμε την τακτική του στρουθοκαμηλισμού και της μετάθεσης της επίλυσης των προβλημάτων στον από μηχανής θεό και στο μέλλον.

Μία εξήγηση για τις επιλογές αυτές είναι η πολιτική δυσκολία εφαρμογής μεταρρυθμίσεων οι οποίες αναπόφευκτα συνοδεύονται από βραχυχρόνιο κόστος έναντι μελλοντικού πιο μακροχρόνιου οφέλους. Είναι γεγονός ότι η εφαρμογή των κατά περιόδους συμφωνηθέντων προγραμμάτων με τους διεθνείς πιστωτές της χώρας είχε και έχει σημαντικό κοινωνικό κόστος, με δραματική αύξηση της ανεργίας και απότομη μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών. Οι παράγοντες αυτοί συνέβαλαν ώστε ένα αυξημένο ποσοστό του πληθυσμού να βιώνει συνθήκες φτώχειας, με το σύστημα κοινωνικής προστασίας να μην έχει μπορέσει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα παρά το γεγονός ότι η κοινωνική δαπάνη βρίσκεται πολύ κοντά στα μέσα ευρωπαϊκά επίπεδα. Ενδεικτικά, το ποσοστό του πληθυσμού που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισµό ανήλθε στο τέλος του 2015 σε 35,7%, έναντι 27,6% το 2010 (αυξημένο κατά 8 και πλέον ποσοστιαίες μονάδες) και 24,4% για το σύνολο των χωρών της ΕΕ-28. Ανάλογα, το ποσοστό φτώχειας (με σταθερούς όρους του έτους 2008) εκτοξεύθηκε από 18% το 2010 σε 48% το 2015, δηλαδή αυξήθηκε κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες. Αξίζει να επισημανθεί ότι κατά τη διάρκεια της τρέχουσας κρίσης ο κίνδυνος φτώχειας μετατοπίστηκε από την ομάδα των ηλικιωμένων (ηλικίας 65 ετών και άνω) προς την ομάδα των ανέργων και των νεότερων ζευγαριών με παιδιά αλλά και προς τους νέους εργαζομένους, ενώ σε πιο μακροχρόνιο ορίζοντα η φτώχεια φαίνεται να μετατοπίζεται από τις αγροτικές στις αστικές περιοχές και από τους λιγότερο εκπαιδευμένους στις υψηλότερες εκπαιδευτικές βαθμίδες.

Παρά τα προβλήματα αυτά, οφείλουμε όλοι μας να δούμε και να τονίσουμε ακόμα περισσότερο τη θετική πλευρά από τη μέχρι σήμερα προσπάθεια και εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων, καθώς η πρόοδος που έχει συντελεστεί φαίνεται ότι μπορεί να αποτελέσει τη βάση πάνω στην οποία μπορούμε να κτίσουμε ένα νέο ενάρετο κύκλο προόδου και ανάπτυξης. Ιδίως τώρα που υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ότι η οικονομία έχει πλέον σταθεροποιηθεί και δείχνει πιο έντονα τα σημάδια επιστροφής σε διατηρήσιμη ανάπτυξη.

Μακροοικονομικές εξελίξεις και προοπτικές

Είναι σαφές ότι το 2016 η πρόοδος στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων είχε θετική επίδραση στη ρευστότητα και στο κλίμα εμπιστοσύνης, κάτι που αντανακλάται στη βελτίωση του ΑΕΠ, τις θετικές δημοσιονομικές εξελίξεις, την επιστροφή των τραπεζών στην πριν από φόρους κερδοφορία, τη σταθεροποίηση και μικρή μείωση του υπολοίπου των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ενώ όσον αφορά την αγορά ακινήτων, παρατηρήθηκε επιβράδυνση του ρυθμού μείωσης των τιμών στα οικιστικά ακίνητα σε χαμηλά πλέον επίπεδα και σταθεροποίηση των τιμών των επαγγελματικών ακινήτων.

Η ελληνική οικονομία συνεχίζει να δείχνει εξαιρετική ανθεκτικότητα στις κατά περιόδους εξάρσεις της αβεβαιότητας, με σχεδόν μηδενική μείωση του ΑΕΠ (-0,3% σε ετήσια βάση) το 2015 και καταγραφή μικρών θετικών ρυθμών ανάπτυξης κατά τη διάρκεια του 2016. Ενδεικτικά, τα πιο πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το γ’ τρίμηνο του 2016 καταγράφουν σημαντική άνοδο του ΑΕΠ κατά 0,8% έναντι του β’ τριμήνου και κατά 1,8% έναντι του αντίστοιχου τριμήνου του 2015, ενώ στο εννεάμηνο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2016 το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 0,2% έναντι της αντίστοιχης περιόδου του 2015, ενισχυμένο από την αύξηση των ακαθάριστων επενδύσεων και την ανάκαμψη της κατανάλωσης. Σύμφωνα με όλες τις εκτιμήσεις, η ελληνική οικονομία θα καταγράψει το 2016 ελαφρά θετικό ρυθμό ανάπτυξης, ενώ για την περίοδο 2017-19 προβλέπονται αξιόλογοι ρυθμοί ανάπτυξης της τάξεως του 2,5%-3%.

H σταθεροποίηση και σταδιακή ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας αντανακλάται ήδη σε ορισμένους βασικούς δείκτες. Ενδεικτικά, η μεταποίηση επέδειξε σχετικά υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, ενισχύοντας την απασχόληση σε πολλές επιχειρήσεις του κλάδου. Η βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε κατά 2,3% σε ετήσια βάση την περίοδο Ιανουαρίου-Νοεμβρίου 2016 (2015: 1%), ενώ, σύμφωνα με τα στοιχεία του πληροφοριακού συστήματος ΕΡΓΑΝΗ του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, το 2016 καταγράφηκε αύξηση του αριθμού των εργαζομένων που απασχολούνται με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου κατά 82,7 χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας, παρουσιάζοντας σε ετήσια βάση σημαντική αύξηση κατά 5,1%. Ταυτόχρονα, η τουριστική δραστηριότητα έδειξε ισχυρό δυναμισμό, με αύξηση των αφίξεων κατά 4,9% (24,2 εκατ. ταξιδιώτες) και, παραδόξως, υποχώρηση των τουριστικών εσόδων σε σχέση με το υψηλό επίπεδο του 2015, σε συνδυασμό με την επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου.

Στο δημοσιονομικό τομέα, η πρωτοφανής για τα διεθνή δεδομένα δημοσιονομική προσαρμογή έχει εμπεδώσει ένα κλίμα πειθαρχίας το οποίο έχει συμβάλει στην επαναλαμβανόμενη καταγραφή πρωτογενών πλεονασμάτων του Κρατικού Προϋπολογισμού. Με βάση προσωρινά στοιχεία για το 2016, φαίνεται ότι ο Κρατικός Προϋπολογισμός παρουσίασε σημαντικά βελτιωμένο αποτέλεσμα έναντι του στόχου αλλά και του 2015. Συγκεκριμένα, το πρωτογενές αποτέλεσμα του Κρατικού Προϋπολογισμού για το 2016, με βάση τα προσωρινά στοιχεία εκτέλεσής του, ανέρχεται κοντά στο 2,5% του ΑΕΠ (2015: 1,3%), ενώ, το πρωτογενές αποτέλεσμα με βάση τη Σύμβαση Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί σε περίπου 2% (2015: 0,25%) έναντι στόχου 0,5%.

Η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας έχει αποκατασταθεί σε σημαντικό βαθμό. Το μοναδιαίο κόστος εργασίας έχει καλύψει την απώλεια ανταγωνιστικότητας που είχε καταγραφεί τα χρόνια πριν από την κρίση, το ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών έχει πλέον επιστρέψει σε θετικό πρόσημο, ενώ όλο και μεγαλύτερο μέρος της παραγωγικής δραστηριότητας προσανατολίζεται πλέον στην παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών. Ενδεικτικά, το σχετικό μέγεθος του τομέα των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών αυξήθηκε κατά 12% περίπου την περίοδο 2010-2015 σε όρους όγκου και κατά 24% περίπου σε ονομαστικούς όρους, ενώ σε όρους απασχόλησης αυξήθηκε κατά περίπου 8%. Την ίδια περίοδο οι σχετικές τιμές των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών αυξήθηκαν κατά 10% περίπου έναντι των μη εμπορεύσιμων, με αποτέλεσμα η παραγωγή αυτών των αγαθών και υπηρεσιών να γίνει πιο επικερδής.

Ως εκ τούτου, το ποσοστό των εξαγωγών στο ΑΕΠ έχει βελτιωθεί σημαντικά. Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι συνολικές εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών, οι οποίες τις δύο δεκαετίες προ του ευρώ βρίσκονταν κατά μέσο όρο στο 16,4% του ΑΕΠ, αυξήθηκαν σταδιακά μετά την κρίση, από 23,4% του ΑΕΠ το 2008 σε 31,9% του ΑΕΠ το 2015 και το πρώτο εννεάμηνο του 2016. Ειδικά για την περίοδο της κρίσης, η βελτίωση προήλθε κατά τα 2/3 περίπου από τις εξαγωγές αγαθών και κατά το 1/3 από τις εξαγωγές υπηρεσιών. Η εικόνα βελτιώθηκε περαιτέρω το 2016, με αύξηση των μεριδίων αγοράς των ελληνικών αγαθών στην παγκόσμια οικονομία και με τις εξαγωγές αγαθών σε πραγματικούς όρους να εμφανίζουν την περίοδο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2016 ρυθμό αύξησης 7,6% σε ετήσια βάση.

Οι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων είχαν σημαντικά ηπιότερες επιπτώσεις στην οικονομική δραστηριότητα από ό,τι αρχικά προβλεπόταν. Οι επιχειρήσεις έχουν προσαρμοστεί πολύ γρήγορα στις νέες συνθήκες, ενώ καταγράφεται σταδιακή χαλάρωση των περιορισμών με έμφαση στην επιχειρηματική δραστηριότητα. Επισημαίνεται πάντως η θετική επίδραση των περιορισμών στην διαμόρφωση κουλτούρας στη χρήση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, εξέλιξη καθοριστική για τον περιορισμό της φοροδιαφυγής και την αύξηση των δημόσιων εσόδων. Σύμφωνα με μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδος, από το γ’ τρίμηνο του 2015 και έπειτα παρατηρείται μια αποσύνδεση των εσόδων ΦΠΑ τόσο από την εξέλιξη της φορολογικής βάσης όσο και από τη διαμόρφωση των φορολογικών συντελεστών. Κατά το δ’ τρίμηνο του 2015 και τα δύο πρώτα τρίμηνα του 2016 τα έσοδα ΦΠΑ αυξήθηκαν θεαματικά σε ετήσια βάση (κατά 8,5%, 18,0% και 15,9% αντίστοιχα). Η παρατηρούμενη αύξηση των εσόδων ΦΠΑ δεν μπορεί να ερμηνευθεί από τη μεταβολή της φορολογικής βάσης, η οποία συρρικνώθηκε την ίδια περίοδο, ούτε από τυχόν αλλαγές στη σύνθεση της καταναλωτικής δαπάνης των νοικοκυριών, ενώ ο μεσοσταθμικός συντελεστής ΦΠΑ εκτιμάται ότι αυξήθηκε κατά περίπου 1 ποσοστιαία μονάδα ως αποτέλεσμα της κατάργησης μιας σειράς εξαιρέσεων από το βασικό συντελεστή, ο οποίος παρέμεινε αμετάβλητος. Συνεπώς, η έντονα αυξητική πορεία των εσόδων ΦΠΑ από το τέλος του 2015 υποδηλώνει τη θετική επίδραση παραγόντων άλλων από τη φορολογική βάση και τους φορολογικούς συντελεστές. Η εμπειρική διερεύνηση της σχέσης μεταξύ πλαστικού χρήματος και εσόδων ΦΠΑ με τη χρήση κατάλληλων οικονομετρικών υποδειγμάτων καταδεικνύει ότι μια αύξηση στο μερίδιο της ιδιωτικής καταναλωτικής δαπάνης που πραγματοποιείται μέσω πλαστικού χρήματος κατά 1 ποσοστιαία μονάδα οδηγεί σε αύξηση των εσόδων ΦΠΑ κατά περίπου 1% το πρώτο έτος, η οποία μακροπρόθεσμα μπορεί να ανέλθει έως περίπου 6%. Επιπλέον, εκτιμάται μακροπρόθεσμη βελτίωση της εισπραξιμότητας του ΦΠΑ κατά περίπου 0,4%-1,7%. Με βάση τις παραπάνω εκτιμήσεις, η αύξηση της χρήσης πλαστικού χρήματος που παρατηρήθηκε το γ’ τρίμηνο του 2015 δικαιολογεί αύξηση των εσόδων ΦΠΑ κατά περίπου 0,6-0,9 δισεκ. ευρώ έως και το β’ τρίμηνο του 2016. Από την ανάλυση αυτή προκρίνονται η χορήγηση κινήτρων για περαιτέρω διεύρυνση της χρήσης του πλαστικού χρήματος και η επιστροφή των φορολογικών συντελεστών ΦΠΑ σε χαμηλότερα επίπεδα.

Τραπεζικές εξελίξεις και η μεγάλη πρόκληση της αποτελεσματικής διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων

Κυρίες και κύριοι,

Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα έχει πλέον σταθεροποιηθεί, καθώς η επιτυχημένη κεφαλαιακή ενδυνάμωση των τραπεζών στο τέλος του 2015 κυρίως με ιδιωτικά κεφάλαια συνέβαλε στο να ανακτηθεί σε σημαντικό βαθμό η εμπιστοσύνη καταθετών και επενδυτών. Ο Δείκτης Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 (Common Equity Tier 1 – CET1) των τεσσάρων σημαντικών τραπεζών σε ενοποιημένη βάση ανήλθε σε 18,1% το Σεπτέμβριο του 2016, δηλαδή σε επίπεδα σημαντικά υψηλότερα του ελάχιστου εποπτικά απαιτούμενου, ενώ μετά από αρκετές ζημιογόνες χρήσεις τα αποτελέσματα των δύο τελευταίων τριμήνων του 2016 που έχουν δημοσιευθεί δείχνουν επαναφορά, έστω και οριακά, στην κερδοφορία. Επίσης, οι τραπεζικές καταθέσεις το 2016 κατέγραψαν σωρευτική καθαρή εισροή, οι τράπεζες ανέκτησαν την πρόσβασή τους στη διατραπεζική αγορά και μειώθηκε σημαντικά η εξάρτησή τους από το μηχανισμό παροχής έκτακτης ρευστότητας της Τράπεζας της Ελλάδος. Ενδεικτικά, το ανώτατο όριο παροχής έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα (ELA) προς τις ελληνικές τράπεζες έχει υποχωρήσει σε 43,3 δισεκ. ευρώ, από 71,5 δισεκ. ευρώ την ίδια περίοδο ένα χρόνο πριν και περίπου 91 δισεκ. ευρώ τον Ιούλιο του 2015.

Σε ικανοποιητικό επίπεδο διαμορφώνεται και ο δείκτης κάλυψης των μη εξυπηρετούμενων δανείων από συσσωρευμένες προβλέψεις, ο οποίος ανερχόταν σε 49,5% το Σεπτέμβριο του 2016. Επιπλέον, οι τράπεζες διαθέτουν σημαντικές εξασφαλίσεις για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, με αποτέλεσμα το συνολικό ποσοστό κάλυψης να προσεγγίζει το 100%. Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημανθεί ότι περίπου το 50% των εξασφαλίσεων αποτελείται από οικιστικά ακίνητα και το 35% από εμπορικά και βιομηχανικά ακίνητα. Επομένως, οι εξελίξεις στην αγορά ακινήτων που θα παρουσιάσουμε στη συνέχεια είναι άμεσα συνδεδεμένες με την αξία των εξασφαλίσεων των τραπεζών, αλλά και με τις πολιτικές διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Μη εξυπηρετούμενα δάνεια – τάσεις σταθεροποίησης το 2016

Η ποιότητα του χαρτοφυλακίου δανείων των τραπεζών εμφάνισε σταθεροποιητικές τάσεις κατά τη διάρκεια του 2016. Ο λόγος των μη εξυπηρετούμενων δανείων προς το σύνολο των δανείων διαμορφώθηκε σε 45,2% το Σεπτέμβριο του 2016, με κύριο χαρακτηριστικό κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο του έτους τη μείωση του υπολοίπου των μη εξυπηρετούμενων δανείων κατά περίπου 1 δισεκ. ευρώ. Έτσι, σε σύνολο δανείων περίπου 238 δισεκ. ευρώ (όπου περίπου το 60% αφορά επιχειρηματικά δάνεια και το 40% δάνεια προς νοικοκυριά) το υπόλοιπο των μη εξυπηρετούμενων δανείων διαμορφώθηκε στα 107,6 δισεκ. ευρώ. Η βελτίωση αυτή οφείλεται κυρίως σε διαγραφές δανείων και αποπληρωμές μη εξυπηρετούμενων δανείων και κατά δεύτερο λόγο στη ρευστοποίηση εξασφαλίσεων και στη μείωση της καθαρής αναταξινόμησης ανοιγμάτων από τα εξυπηρετούμενα στα μη εξυπηρετούμενα. Θετική εξέλιξη αποτέλεσε επίσης η σταδιακή στροφή των τραπεζών σε λύσεις ρύθμισης μακροπρόθεσμου χαρακτήρα και δευτερευόντως οριστικής διευθέτησης, με τις δύο αυτές κατηγορίες να αντιπροσωπεύουν πλέον μερίδιο επί του συνόλου των λύσεων 50,1% στο τρίτο τρίμηνο του 2016, έναντι 39,4% στο τέλος του 2015.

Με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, το υψηλότερο ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων καταγράφεται στα δάνεια προς πολύ μικρές επιχειρήσεις και επαγγελματίες (67,2%) και ακολουθούν τα δάνεια προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις (59,9%) και τα καταναλωτικά δάνεια (55,3%). Λιγότερο υψηλό ποσοστό καταγράφεται στα στεγαστικά δάνεια (41,8%) και ακόμη χαμηλότερο στα δάνεια προς μεγάλες επιχειρήσεις (29,1%). Όσον αφορά την ποιότητα χαρτοφυλακίου κατά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας, πολύ υψηλά ποσοστά μη εξυπηρετούμενων δανείων παρατηρούνται στους κλάδους της εστίασης (76,3%), των αγροτικών δραστηριοτήτων (62,7%) και των τηλεπικοινωνιών, πληροφορικής και ενημέρωσης (58,4%), καθώς και σε κάποιους υποκλάδους της μεταποίησης (κλωστοϋφαντουργία με 75,5%, βιομηχανία χάρτου, ξύλου και επίπλων με 67,1% και λοιπές μεταποιητικές δραστηριότητες με 59,4%). Αντίθετα, το χαμηλότερο ποσοστό παρατηρείται στον κλάδο της ενέργειας (3,7%). Οι δύο κλάδοι που πρωτίστως μας ενδιαφέρουν στο πλαίσιο της παρούσας εκδήλωσης, ο κλάδος των κατασκευών και ο κλάδος διαχείρισης ακίνητης περιουσίας, εμφανίζουν υψηλά ποσοστά μη εξυπηρετούμενων δανείων, 52,8% και 50,3% αντίστοιχα. Οι δύο αυτοί κλάδοι αθροιστικά αντιπροσωπεύουν περίπου το 1/6 του συνόλου των επιχειρηματικών δανείων.

Όσον αφορά τη διάρθρωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, τα δάνεια αβέβαιης είσπραξης (“unlikely to pay”) αποτελούν περίπου το 27,6% του συνόλου, τα δάνεια των οποίων οι δανειακές συμβάσεις έχουν ήδη καταγγελθεί από τις τράπεζες αποτελούν περίπου το 44%, ενώ το 48% των μη εξυπηρετούμενων δανείων με καθυστέρηση μεγαλύτερη των 90 ημερών (χωρίς να συμπεριλαμβάνονται οι καταγγελμένες απαιτήσεις) εμφανίζει εξαιρετικά μεγάλη καθυστέρηση άνω των 720 ημερών. Επίσης, περίπου το 40% των συνολικών ρυθμισμένων συμβάσεων υπόκεινται ξανά σε ρύθμιση, γεγονός που καταδεικνύει τις δυσκολίες αποτελεσματικής διαχείρισης.

Διαχείριση μη εξυπηρετούμενων δανείων – μεγάλη πρόκληση

Με γνώμονα τα παραπάνω, γίνεται αντιληπτό ότι η αποτελεσματικότερη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση για τον τραπεζικό κλάδο. Η αντιμετώπιση ενός τόσο σημαντικού προβλήματος απαιτεί τη χάραξη και εφαρμογή συγκεκριμένης στρατηγικής για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων με τρόπο ρεαλιστικό, φιλόδοξο και με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα.

Οι προσπάθειες της Πολιτείας και της Τράπεζας της Ελλάδος κινήθηκαν σε τρεις άξονες:

• Ενίσχυση του εποπτικού και ρυθμιστικού πλαισίου.

• Άρση θεσμικών και διοικητικών εμποδίων.

• Δημιουργία δευτερογενούς αγοράς διαχείρισης και απόκτησης δανείων.

Η Τράπεζα της Ελλάδος εγκαίρως διέγνωσε τη σημασία της ενίσχυσης του εποπτικού πλαισίου για την αποτελεσματικότερη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων από τις τράπεζες. Με την Πράξη Εκτελεστικής Επιτροπής 42/2014 ώθησε τις τράπεζες, μεταξύ άλλων, να συγκροτήσουν οργανωτικά ανεξάρτητη μονάδα διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, να κατηγοριοποιήσουν τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα στο χαρτοφυλάκιό τους με βάση συγκεκριμένα κριτήρια και χαρακτηριστικά, να διαμορφώσουν σαφή στρατηγική διαχείρισής τους, να αναπτύξουν τύπους ρύθμισης για κάθε κατηγορία δανείων, να μεριμνήσουν για τις κατάλληλες μηχανογραφικές εφαρμογές και συστήματα πληροφόρησης. Στη συνέχεια, με την Πράξη Εκτελεστικής Επιτροπής 47/2015, απαίτησε ενισχυμένη πληροφόρηση από τις τράπεζες όσον αφορά τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια καθώς και τον τύπο ρυθμίσεων και διευθετήσεων στις οποίες έχουν προβεί. Τέλος, με τον Κώδικα Δεοντολογίας η Τράπεζα της Ελλάδος θέσπισε τις γενικές αρχές συμπεριφοράς και διευθέτησε επιμέρους ζητήματα (βήματα, προθεσμίες, ελάχιστη πληροφόρηση κ.ά.) για την αποτελεσματική επικοινωνία και την ανταλλαγή πληροφόρησης μεταξύ του δανειολήπτη και του ιδρύματος που έχει χορηγήσει την πίστωση.

Παράλληλα, η Πολιτεία προχώρησε σε σειρά νομοθετικών πρωτοβουλιών για να άρει εμπόδια που υπήρχαν στην αποτελεσματική διαχείριση μη εξυπηρετούμενων δανείων. Συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, νομοθέτησε την επιτάχυνση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και τη βελτίωση του τρόπου κατανομής του αποτελέσματος της εκποίησης (νόμοι 4335/2015 και 4336/2015), την επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης για ζητήματα μη εξυπηρετούμενων δανείων και την ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού της, την απλοποίηση των διαδικασιών εξυγίανσης και ειδικής εκκαθάρισης επιχειρήσεων και τη θέσπιση του πλαισίου για τη διαχείριση και απόκτηση δανείων από εξειδικευμένες εταιρείες.

Αναφορικά με τη δευτερογενή αγορά απαιτήσεων από τραπεζικά δάνεια, η Τράπεζα της Ελλάδος δημιούργησε αυστηρό ρυθμιστικό πλαίσιο αδειοδότησης και εποπτείας των εταιριών διαχείρισης απαιτήσεων από μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Οι εταιρίες που θα επιλέξουν να δραστηριοποιηθούν στην αγορά αυτή θα υπόκεινται σε αυστηρούς κανόνες όσον αφορά την προστασία των πιστούχων (νοικοκυριών και επιχειρήσεων) και θα πρέπει να συμμορφώνονται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Δεοντολογίας. Στο τέλος Δεκεμβρίου 2016 χορηγήθηκε η πρώτη σχετική άδεια σε εταιρία διαχείρισης, η δεύτερη άδεια αναμένεται να χορηγηθεί τις μέρες αυτές, ενώ άλλες 10 περίπου άδειες έχουν υποβληθεί και βρίσκονται σε διαδικασία έγκρισης.

Επιχειρησιακοί στόχοι για την διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων

Στο σημείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία να επισημανθεί ο μηχανισμός στοχοθεσίας ο οποίος έχει πλέον ενεργοποιηθεί για την αποτελεσματική παρακολούθηση της διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Το πρώτο εξάμηνο του 2016 η Τράπεζα της Ελλάδος προχώρησε, σε συνεργασία με τα πιστωτικά ιδρύματα και την Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ, στον καθορισμό επιχειρησιακών στόχων σχετικά με τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων για την περίοδο 2016-2019. Οι στόχοι, οι οποίοι τέθηκαν ανά τράπεζα, καθορίζουν με σαφήνεια το ποσοστό της μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων το οποίο καλούνται τα πιστωτικά ιδρύματα να επιτύχουν, παράλληλα όμως προσδιορίζουν και τις επιμέρους δράσεις (π.χ. αύξηση του ποσοστού μακροπρόθεσμων ρυθμίσεων, αναδιαρθρώσεις, διαγραφές, πωλήσεις δανείων κ.λπ.) οι οποίες θα απαιτηθούν για την επίτευξη του στόχου. Για την παρακολούθηση των επιχειρησιακών στόχων, από το Σεπτέμβριο του 2016, τα πιστωτικά ιδρύματα υποβάλλουν στην Τράπεζα της Ελλάδος αναφορά ανά τρίμηνο, αντιπαραβάλλοντας τις επιδόσεις τους έναντι των στόχων. Ενδεικτικά για την πρώτη περίοδο υποβολής, που αφορούσε το τρίτο τρίμηνο του 2016, η απόκλιση μεταξύ στόχων και πραγματοποιήσεων ήταν αμελητέα και μάλιστα οριακά προς την κατεύθυνση της υπεραπόδοσης συγκριτικά με τους στόχους.

Συνολικά, υπενθυμίζεται ότι την περίοδο Ιουνίου 2016-Δεκεμβρίου 2019 ο στόχος είναι να μειωθούν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια κατά περίπου 40 δισεκ. ευρώ, αρχικά κυρίως μέσω μακροπρόθεσμων ρυθμίσεων, οριστικών διευθετήσεων, επιλεκτικών διαγραφών δανείων και ρευστοποίησης εξασφαλίσεων. Σταδιακά, ιδίως το 2019, μεγαλύτερη βαρύτητα θα αποκτήσουν οι πωλήσεις δανείων, καθώς μέχρι τότε εκτιμάται ότι θα έχουν δημιουργηθεί οι κατάλληλες μακροοικονομικές συνθήκες, ενώ θα έχουν ενεργοποιηθεί πλήρως οι εταιρίες διαχείρισης και απόκτησης απαιτήσεων και θα έχουν διαμορφωθεί κατάλληλες τιμές στην αγορά. Σωρευτικά την περίοδο Ιούνιος 2016-Δεκέμβριος 2019, οι επιτυχημένες ρυθμίσεις δανείων αναμένεται να αντισταθμίσουν τη δημιουργία νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων. Οι διαγραφές δανείων αναμένεται να συνεισφέρουν περίπου 14 δισεκ. ευρώ στη μείωση του υπολοίπου μη εξυπηρετούμενων δανείων, η ρευστοποίηση εξασφαλίσεων 11,5 δισεκ. ευρώ, οι πωλήσεις δανείων 7,4 δισεκ. ευρώ και οι εισπράξεις από μερική ή ολική αποπληρωμή στο πλαίσιο ρύθμισης 6 δισεκ. ευρώ. Η σημαντικότερη συμβολή στην επίτευξη του συνολικού στόχου μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων αναμένεται να προέλθει από το χαρτοφυλάκιο των επιχειρηματικών δανείων.

Διαχείριση μη εξυπηρετούμενων δανείων – επόμενα βήματα

Για το αμέσως προσεχές διάστημα σημαντική προτεραιότητα, η οποία αποτελεί ταυτόχρονα και υποχρέωση βάσει του τρίτου προγράμματος οικονομικής προσαρμογής και της τρέχουσας διαπραγμάτευσης για το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης, είναι η ολοκλήρωση του πλαισίου για την εξωδικαστική διευθέτηση οφειλών. Το πλαίσιο αυτό θα συμβάλλει στην ταχεία, αποτελεσματική και διαφανή συνολική ρύθμιση των χρεών επιχειρήσεων προς ιδιώτες και φορείς του Δημοσίου (π.χ. εφορία, ασφαλιστικά ταμεία κ.λπ.). Πρόσθετες ενέργειες που έχουν δρομολογηθεί και πρέπει να ολοκληρωθούν είναι:

• Η επίλυση ζητημάτων που σχετίζονται με τη φορολογική μεταχείριση των διαγραφών δανείων και του σχηματισμού προβλέψεων για τον πιστωτικό κίνδυνο.

• Η νομική προστασία των στελεχών των τραπεζών και δημόσιων φορέων κατά την αναδιάρθρωση δανείων και την εξυγίανση επιχειρήσεων.

• Η βελτίωση των υποδομών και της εξειδικευμένης τεχνογνωσίας του δικαστικού συστήματος.

• Η παροχή χρηματοοικονομικής εκπαίδευσης και συμβουλευτικής υποστήριξης σε (υπερχρεωμένα) νοικοκυριά και ελεύθερους επαγγελματίες.

Με την πλήρη διευθέτηση και των προαναφερθέντων ζητημάτων θα έχει διαμορφωθεί το κατάλληλο πλαίσιο για την αποτελεσματική διευθέτηση των προβληματικών δανείων από τις τράπεζες. Η αποτελεσματική διαχείριση του προβλήματος αυτού είναι βέβαιο ότι θα βελτιώσει την ποιότητα του ενεργητικού των πιστωτικών ιδρυμάτων, την κερδοφορία και τη ρευστότητά τους. Επιπλέον, η διευθέτηση αυτή, μέσω κατάλληλων ρυθμίσεων, θα ωφελήσει άμεσα την πραγματική οικονομία με τη δημιουργία νέων υγιών επιχειρήσεων και θέσεων εργασίας, την προσέλκυση επενδύσεων και εν γένει την οικονομική ανάπτυξη.

Αγορά ακινήτων

Κυρίες και κύριοι, επιτρέψτε μου στο σημείο αυτό να καταθέσω ορισμένες σκέψεις και δεδομένα για την ελληνική κτηματαγορά, η οποία, όπως ήδη τονίστηκε, μέσω των εμπράγματων εξασφαλίσεων που παρέχει στο τραπεζικό σύστημα και όχι μόνο, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το ζήτημα της διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Η αγορά ακινήτων, ένας από τους πιο δυναμικούς τομείς της ελληνικής οικονομίας πριν από την έναρξη της κρίσης, δοκιμάστηκε σημαντικά τα τελευταία 8 χρόνια και πλέον σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα παλεύει για τη σταθεροποίησή της και την πιθανή ανάκαμψη.

Από το 2008 έως το τέλος του 2016 οι τιμές των διαμερισμάτων μειώθηκαν συνολικά κατά 41,4% για το σύνολο της χώρας (σε ονομαστικούς όρους), ενώ η μείωση των τιμών ήταν ακόμα πιο έντονη στα δύο μεγάλα αστικά κέντρα την Αθήνα (-43,7%) και κυρίως τη Θεσσαλονίκη (-45,5%). Οι υψηλοί ρυθμοί μείωσης των τιμών που είχαν καταγραφεί το 2012 και το 2013 φαίνεται σταδιακά να αμβλύνονται μετά το 2014, ενώ οι τιμές μειώθηκαν περαιτέρω στη διάρκεια του 2016 με μέσο ετήσιο ρυθμό 2,2% (1,5% για το γ΄ και 0,5% για το δ’ τρίμηνο του 2016 αντίστοιχα). Τα επίπεδα της ζήτησης ειδικά για ορισμένες κατηγορίες ακινήτων παραμένουν σε εξαιρετικώς χαμηλά επίπεδα.

Οι εξελίξεις αυτές στην ελληνική κτηματαγορά επισημαίνεται ότι δεν βρίσκονται σε αρμονία με τις αντίστοιχες εξελίξεις στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Από το 2013 και μετά οι δείκτες τιμών των οικιστικών ακινήτων παρουσιάζουν συνεχή ανάκαμψη στην πλειοψηφία των χωρών τόσο της ευρωζώνης όσο και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παράλληλα, το μέσο ποσοστό συνεισφοράς της κατασκευής κατοικιών στο ΑΕΠ της Ελλάδος βρίσκεται πλέον σε επίπεδα κάτω του 1%, αρκετά χαμηλότερα σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, και πολύ χαμηλότερα σε σχέση με τα αντίστοιχα ποσοστά πριν από την κρίση (όταν και το αντίστοιχο ποσοστό ήταν σταθερά άνω του 6%, την περίοδο 2000-2009).

Αντίστοιχα, στον κλάδο των επαγγελματικών ακινήτων, με βάση τα τελευταία στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος για το α΄ εξάμηνο του 2016, οι ονομαστικές τιμές γραφειακών χώρων υψηλών προδιαγραφών, σε σχέση με το αντίστοιχο εξάμηνο του 2015, κατέγραψαν οριακή αύξηση της τάξεως του 0,3%, ενώ οι αντίστοιχες τιμές καταστημάτων παρουσίασαν οριακή μείωση 0,4% για το σύνολο της χώρας. Σωρευτικά από το α΄ εξάμηνο του 2010 έως και το α΄ εξάμηνο του 2016, οι ονομαστικές τιμές των γραφειακών χώρων υψηλών προδιαγραφών υποχώρησαν κατά 30,2%, ενώ ανάλογη ήταν και η αντίστοιχη σωρευτική μείωση των τιμών καταστημάτων υψηλών προδιαγραφών (30,1%).

Η εικόνα είναι ελαφρώς δυσμενέστερη για την αγορά επαγγελματικών ακινήτων της Θεσσαλονίκης, όπου, από το 2010, οι τιμές των καλής ποιότητας γραφείων και καταστημάτων έχουν σωρευτικά μειωθεί κατά 35,5% και 31,7% αντίστοιχα. Παρά το γεγονός ότι στην πόλη της Θεσσαλονίκης τα μισθώματα παρουσιάζουν πλέον τάση σταθεροποίησης, η ζήτηση γραφείων παραμένει μικρή, δεδομένης της περιορισμένης παρουσίας διεθνών εταιριών στην πόλη αλλά και της σχετικά χαμηλής ποιότητας του διαθέσιμου αποθέματος. Ωστόσο, τα καταστήματα στις κύριες εμπορικές αρτηρίες της πόλης παρουσιάζουν σημάδια ανάκαμψης, ενώ τα εμπορικά κέντρα της περιοχής, όπως συμβαίνει και με τα περισσότερα της πρωτεύουσας, έχουν αποδειχθεί αρκετά ανθεκτικά δεδομένων των δύσκολων συνθηκών.

Οι αποδόσεις των καταστημάτων και γραφείων υψηλών προδιαγραφών στην Ελλάδα, αν και έχουν υποχωρήσει σημαντικά κατά την τελευταία διετία (7,5% και 8,5% για τα γραφεία και καταστήματα υψηλών προδιαγραφών αντίστοιχα), βρίσκονται σε πολύ υψηλότερα επίπεδα σε σχέση με τις περισσότερες άλλες ευρωπαϊκές χώρες (αποδόσεις γραφείων σε Βερολίνο, Λονδίνο, Στοκχόλμη και Ρώμη της τάξεως του 3,5-4,5%). Το συγκεκριμένο γεγονός υπό διαφορετικές συνθήκες θα έπρεπε να καθιστά την ελληνική αγορά ιδιαίτερα ελκυστική είτε για επένδυση στο υπάρχον απόθεμα είτε για την προώθηση νέων έργων ανάπτυξης. Παρά το ότι το ενδιαφέρον για υπάρχοντες επαγγελματικούς χώρους υψηλών προδιαγραφών φαίνεται να ανακάμπτει, με τα ποσοστά αντίστοιχων κενών χώρων ειδικά στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας να διαμορφώνονται σε χαμηλά μονοψήφια επίπεδα, η ανάπτυξη νέων ακινήτων παραμένει ιδιαίτερα υποτονική. Οι αιτίες είναι πολλές και μπορούν να αναζητηθούν τόσο στο ασταθές οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον και στις δυσμενείς συνθήκες χρηματοδότησης από το τραπεζικό σύστημα όσο και στις διαχρονικές παθογένειες της ελληνικής κτηματαγοράς: γραφειοκρατία, πολύπλοκες και χρονοβόρες διαδικασίες σε όλα τα στάδια της ανάπτυξης των ακινήτων και το συνεχώς μεταβαλλόμενο − δυστυχώς προς το δυσμενέστερο − φορολογικό θεσμικό πλαίσιο.

Αξίζει να σημειωθεί ότι μέχρι το 2010 η φορολογία των ακινήτων ως ποσοστό του ΑΕΠ δεν υπερέβαινε το 0,5-0,6%, ενώ το 2016 ξεπέρασε το 2% (2,2% βάσει των στοιχείων της Διεύθυνσης Φορολογίας Κεφαλαίου του Υπουργείου Οικονομικών), κατατάσσοντας πλέον την Ελλάδα στις χώρες της ΕΕ με την υψηλότερη φορολογία στα ακίνητα. Από τη φορολογική επιβάρυνση των τελευταίων ετών δεν εξαιρέθηκαν τελικά ούτε και οι έμμεσες επενδύσεις στην ακίνητη περιουσία, καθώς κατά το 2016 ανατράπηκε δραματικά και το ευνοϊκό φορολογικό πλαίσιο για τις Ανώνυμες Εταιρίες Επενδύσεων Ακίνητης Περιουσίας (ΑΕΕΑΠ). Η εξέλιξη αυτή έχει αρνητική επίπτωση στην ελκυστικότητα του επιτυχημένου και ανθεκτικού μέχρι τώρα θεσμού των ΑΕΕΑΠ και είναι βέβαιο ότι θα αποθαρρύνει νέες επενδύσεις ξένων και εγχώριων κεφαλαίων στην ακίνητη περιουσία.

Παρά τις αντιξοότητες, ο τομέας των τουριστικών ακινήτων, ο οποίος είναι άμεσα συνυφασμένος με την καλή πορεία του τουρισμού τα τελευταία έτη, αποτέλεσε το 2016 τον πιο ανθεκτικό και δυναμικό τομέα της ελληνικής αγοράς ακινήτων. Σημαντικός αριθμός επενδύσεων δρομολογήθηκαν στην Αττική, οι οποίες αφορούν την επαναλειτουργία ή αναβάθμιση παλαιών αλλά και την ανάπτυξη νέων μονάδων υψηλής κατηγορίας (τεσσάρων ή περισσότερων αστέρων), ενώ πράξεις, ειδικά εξαγοράς υφιστάμενων μονάδων, ολοκληρώθηκαν και σε τουριστικούς προορισμούς ανά την Ελλάδα (Μύκονο, Κέρκυρα, Κω, κ.λπ.). Η προοπτική για ακόμα πιο έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον στον τομέα του τουρισμού, αλλά και της τουριστικής κατοικίας, ενισχύεται από τη δρομολόγηση των έργων αναβάθμισης των παραχωρηθέντων 14 περιφερειακών αεροδρομίων, από τις τρέχουσες πολιτικές συνθήκες στην Τουρκία που έχουν άμεση αρνητική επίπτωση στον τουρισμό της, αλλά και από τη σταδιακή λειτουργία νέων μονάδων υψηλής κατηγορίας καθώς και την είσοδο διεθνών αλυσίδων ξενοδοχείων, οι οποίες αποκτούν για πρώτη φορά παρουσία στην Ελλάδα.

Εκτός από τον τουρισμό, στις ευκαιρίες που δεν πρέπει να χαθούν συγκαταλέγεται και η ταχεία υλοποίηση του προγράμματος αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου. Το 2016 δρομολογήθηκαν τέσσερις σημαντικές παραχωρήσεις και έργα ανάπτυξης, των οποίων η εκκίνηση εκκρεμούσε από το 2014 ή και προγενέστερα. Ειδικότερα, ολοκληρώθηκε η εξαγορά του Αστέρα Βουλιαγμένης, υπογράφηκε η επικαιροποιημένη σύμβαση αγοραπωλησίας των μετοχών της Ελληνικό Α.Ε., ολοκληρώθηκε η παραχώρηση της δημόσιας έκτασης στην Κασσιόπη της Κέρκυρας και ανακηρύχθηκε ανάδοχος για την παραχώρηση, κατασκευή και εκμετάλλευση της έκτασης στο Θριάσιο Πεδίο της Ελευσίνας. Η επιτάχυνση της υλοποίησης του προγράμματος αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας είναι καθοριστική τόσο για την εισροή κεφαλαίων στην οικονομία και τη στήριξη της απασχόλησης όσο και για την ενίσχυση του κλίματος εμπιστοσύνης και σταθερότητας που θα οδηγήσει στην προσέλκυση νέων ιδιωτικών επενδύσεων στα ακίνητα.

Ειδικά για τη Θεσσαλονίκη, η προσδοκώμενη επιτυχής εξέλιξη του διαγωνισμού για την ιδιωτικοποίηση του ΟΛΘ (στο πλαίσιο του οποίου αναμένεται να υποβληθούν δεσμευτικές προσφορές εντός του Μαρτίου 2017), σε συνδυασμό με την επέκταση και τον εκσυγχρονισμό του διεθνούς αεροδρομίου «Μακεδονία», αλλά και την ιδιωτικοποίηση της ΤΡΑΙΝΟΣΕ με την επέκταση των δραστηριοτήτων της που αυτή συνεπάγεται, μπορούν να αναδείξουν τη Θεσσαλονίκη σε σημαντικό μεταφορικό και επιχειρηματικό κόμβο, με θετική επίδραση στην αγορά – ειδικά των επαγγελματικών – ακινήτων της ευρύτερης περιοχής. Η κομβική θέση της πόλης, σε συνδυασμό με το διαθέσιμο δίκτυο υποδομών και μεταφορών, μπορούν να δώσουν ώθηση στην αγορά ακινήτων και κυρίως των αποθηκών-logistics και την τοπική οικονομία.

Ολοκληρώνοντας τις σκέψεις μου για την ελληνική αγορά ακινήτων, που αποτελεί και κυρίαρχο θέμα της σημερινής εκδήλωσης, επιτρέψτε μου να καταθέσω μια αισιόδοξη προοπτική, παρά τα προβλήματα που παραμένουν και πρέπει να αντιμετωπιστούν. Από τα πιο πρόσφατα στοιχεία φαίνεται ότι εξασθενεί και πλέον μηδενίζεται η περαιτέρω υποχώρηση των τιμών. Η ενεργητική σταδιακή διαχείριση του αποθέματος των ακινήτων από τις τράπεζες και τις εταιρίες διαχείρισης μη εξυπηρετούμενων δανείων θα αποτελέσει μοχλό για την επαναλειτουργία της αγοράς ακινήτων με τη διαμόρφωση αντιπροσωπευτικών τιμών μέσω πραγματικής προσφοράς και ζήτησης. Η ιστορική σχέση και κουλτούρα του ελληνικού νοικοκυριού όσον αφορά την κατοικία και το ακίνητο είναι βέβαιο ότι θα στηρίξουν τη σταδιακή ανάκαμψη της ελληνικής κτηματαγοράς τα επόμενα έτη.

Προϋποθέσεις και επόμενα βήματα για την ανάκαμψη

Κυρίες και κύριοι, συνοψίζοντας επιτρέψτε μου να επισημάνω και πάλι ότι σήμερα σημαντικές ενδείξεις μας κάνουν πιο αισιόδοξους για το μέλλον. Μετά από μία μεγάλη περίοδο αδράνειας και απραξίας έχουν διαμορφωθεί στην ελληνική οικονομία αποθέματα αναπτυξιακού δυναμισμού τα οποία είναι έτοιμα να ενεργοποιηθούν όταν διαμορφωθούν οι κατάλληλες συνθήκες. Η ελληνική κτηματαγορά και ολόκληρη η οικονομία βρίσκονται σε πολύ χαμηλό επίπεδο, με σημαντικές σταθεροποιητικές τάσεις και αξιόλογα σημάδια άμεσης ανάκαμψης. Για να επιτευχθεί όμως ο στόχος της, σύμφωνα με όλες τις προβλέψεις, δυναμικής ανάπτυξης από φέτος και για τα επόμενα έτη, επιβάλλεται η δρομολόγηση μιας ακολουθίας γεγονότων: η άμεση ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης, η υλοποίηση των πρόσφατα ανακοινωθέντων από τον ESM βραχυχρόνιων και η εξειδίκευση των μεσοπρόθεσμων μέτρων για την ελάφρυνση του χρέους που θα επιτρέψουν στη συνέχεια τη συμμετοχή των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Οι εξελίξεις αυτές είναι βέβαιο ότι θα μειώσουν δραστικά το κόστος δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου και θα του επιτρέψουν τη σταδιακή έξοδο στις αγορές για την κάλυψη των χρηματοδοτικών του αναγκών και την απεξάρτηση από τα προγράμματα οικονομικής στήριξης των τελευταίων ετών.

Το τελικό αποτέλεσμα από τη δρομολόγηση των εξελίξεων αυτών ως προς τους ρυθμούς ανάπτυξης της οικονομίας και την ενίσχυση των εισοδημάτων και της απασχόλησης, μπορεί να βελτιωθεί σημαντικά με τη διαμόρφωση ενός σταθερού και ανταγωνιστικού φορολογικού περιβάλλοντος, τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων με έμφαση τις αγορές προϊόντων, τις στρατηγικές συνεργασίες μεταξύ κράτους και ιδιωτών στην αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας και την αξιοποίηση των στρατηγικών πλεονεκτημάτων της χώρας, με έμφαση στην ενέργεια, τις μεταφορές και τον τουρισμό, που με τη σειρά τους θα δημιουργήσουν πολλαπλασιαστικά οφέλη για ολόκληρη την οικονομία. Ένα τέτοιο περιβάλλον θα κινητοποιήσει και την προσφορά νέων κεφαλαίων, όπως για παράδειγμα από εταιρίες διαχείρισης επενδυτικών κεφαλαίων ή επιχειρηματικών συμμετοχών, οι οποίες σε συνεργασία με το τραπεζικό σύστημα θα ενισχύσουν τις δυνατότητες χρηματοδότησης και ανάπτυξης της οικονομίας. Τότε θα είμαστε σε πολύ καλύτερη θέση να ενισχύσουμε τις δράσεις κοινωνικού χαρακτήρα, οι οποίες λόγω των ιδιαίτερων δυσμενών συνθηκών των τελευταίων ετών δεν κατάφεραν να ανταποκριθούν στην αυξημένη ζήτηση για κοινωνική προστασία που η κοινωνία έχει ανάγκη.

Φυσικά, στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον στο οποίο ζούμε η επιτυχία δεν εξαρτάται αποκλειστικά από εμάς. Σημαντικές αβεβαιότητες και κίνδυνοι σχετίζονται με το διεθνές περιβάλλον όπως η άνοδος του ευρωσκεπτικισμού και όπως αυτή θα εκφραστεί στις επικείμενες εκλογικές αναμετρήσεις σε οικονομίες της ευρωζώνης, η άνοδος του προστατευτισμού στο παγκόσμιο εμπόριο, οι γεωπολιτικές ανακατάξεις στην ΝΑ Μεσόγειο και την ευρύτερη περιοχή και οι εξελίξεις της προσφυγικής κρίσης. Πέρα από τις νέες προκλήσεις που φαίνεται να δημιουργούνται εκτός Ευρώπης, η ίδια η Ευρώπη πρέπει να αντιμετωπίσει τον πολιτικό λαϊκισμό που η ίδια προκάλεσε. Προς τούτο, πρέπει με πράξεις της να πείσει γρήγορα ότι η λύση είναι περισσότερη και όχι λιγότερη Ευρώπη, μέσα από τη συνεργασία, το διάλογο, την αμοιβαία κατανόηση, τη συνδιαμόρφωση λύσεων και όχι την επιβολή απόψεων. Είμαι προσωπικά αισιόδοξος πως άμεσα και χωρίς δισταγμούς θα κινηθούμε προς την κατεύθυνση αυτή.
Πηγή: www.taxheaven.gr