Διαδικασία Υπαγωγής

  • 0

Διαδικασία Υπαγωγής

plaisio

1) Για την παροχή επιλέξιμης διαγραφής από χρηματοδοτικό φορέα απαιτείται η υποβολή αίτησης ρύθμισης των υποχρεώσεών του και Βεβαίωση με το περιεχόμενο που προσδιορίζεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

2) Η Βεβαίωση που υποβάλλεται σύμφωνα με την παράγραφο 1:

  • Βεβαιώνει τη συνδρομή των προϋποθέσεων που τον καθιστούν επιλέξιμο οφειλέτη,
  • Αποτυπώνει τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις που απαιτούνται για τον προσδιορισμό της καθαρής περιουσιακής θέσης,
  • Προσδιορίζει την τρέχουσα αξία των περιουσιακών στοιχείων. Ως αξία των δηλουμένων ακινήτων λαμβάνεται κατ’ ελάχιστον σε κάθε περίπτωση η αντικειμενική αξία ή οποιαδήποτε άλλη αξία που τίθεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες φορολογικές διατάξεις, όπως αυτή που λαμβάνεται υπ’ όψιν για τον υπολογισμό του Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ν. 4223/2013),
  • Περιλαμβάνει πλήρη στοιχεία κάθε επιχείρησης με έναρξη λειτουργίας μεταγενέστερη της 1ης Ιανουαρίου 2010, την οποία ασκεί συγγενής πρώτου βαθμού ή σύζυγος του οφειλέτη (επί νομικών προσώπων ελέγχεται η σχέση με τον ομόρρυθμο εταίρο ή τον ελέγχοντα εταίρο, μεριδιούχο ή μέτοχο, κατά περίπτωση) ή ομόρρυθμος εταίρος ή ελέγχων εταίρος, ελέγχων μεριδιούχος ή ελέγχων μέτοχος ή συγγενής πρώτου βαθμού ή σύζυγος των παραπάνω προσώπων, καθώς και πλήρη στοιχεία ακινήτων που τυχόν μεταβιβάστηκαν από τον οφειλέτη ή τους συνοφειλέτες από την 1η Ιανουαρίου 2010 και εφεξής,
  • Περιέχει άδεια για κοινοποίηση των δεδομένων του -περιλαμβανομένων στη βεβαίωση όσο και άλλων δεδομένων του στην κατοχή του χρηματοδοτικού φορέα- στη Φορολογική Διοίκηση και τα ασφαλιστικά ταμεία, και
  • Υπογράφεται από τον οφειλέτη και κάθε τυχόν συνοφειλέτη.

3) Η βεβαίωση αυτή επέχει τη θέση βεβαιωτικού όρκου, κατά την έννοια του άρθρου 861 του Κ.Πολ.Δ.. Σε περίπτωση ψευδορκίας, επιβάλλεται η προβλεπόμενη ποινή και πρόσθετη χρηματική ποινή ίση προς το τριπλάσιο των συνολικών διαγραφών που έλαβε ο οφειλέτης από το χρηματοδοτικό φορέα, τη Φορολογική Διοίκηση και τους ΦΚΑ ως συνέπεια της επιλέξιμης ρύθμισης.

4) Ο χρηματοδοτικός φορέας παρέχει την αιτούμενη ρύθμιση ή / και διαγραφή κατά τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με κριτήρια τα οποία επιλέγει για την αξιολόγηση της ικανότητας του αιτούμενου τη ρύθμιση ή/και διαγραφή να ανταπεξέλθει στις ρυθμισθείσες υποχρεώσεις. Σε άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, ο χρηματοδοτικός φορέας μπορεί να παράσχει ρύθμιση ή / και διαγραφή υπό διαφορετικούς όρους από τους περιλαμβανόμενους στην αίτηση ή και να αρνηθεί συνολικά τη ρύθμιση ή / και διαγραφή. Σε περίπτωση διαγραφής πίστωσης που έχει εγγυηθεί, το Ελληνικό Δημόσιο, περιορίζεται αναλογικά και η παρασχεθείσα εγγύηση.

Για την παροχή της αιτούμενης ρύθμισης ή και διαγραφής απαιτείται, εφόσον υπάρχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές, στη Φορολογική Διοίκηση ή / και στους ΦΚΑ, να έχει γίνει υπαγωγή των οφειλών αυτών σε πρόγραμμα εξυπηρέτησής τους είτε κατά τα αναφερόμενα στα άρθρα 51 και 54 του ν. 4305/2014 (Α’ 237), όπως εκάστοτε ισχύουν είτε κατά τις κείμενες διατάξεις, το οποίο τηρείται.

5) Φυσικό ή νομικό πρόσωπο που προσκομίζει στη Φορολογική Διοίκηση ή/και στους ΦΚΑ βεβαίωση χρηματοδοτικού φορέα ότι έχει υπαχθεί σε ρύθμιση ή / και διαγραφή κατά την έννοια της προηγούμενης παραγράφου, δικαιούται και πρόσθετη διαγραφή προσαυξήσεων, τόκων και προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 20% πέραν των προβλεπομένων στα άρθρα 51 και 54 του ν. 4305/2014 (Α’ 237), όπως εκάστοτε ισχύουν, ανάλογα με τον αριθμό των δόσεων. Η εφαρμογή των διατάξεων του προηγούμενου εδαφίου σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγεται τη, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, επιστροφή ή δη καταβληθέντων χρηματικών ποσών προς τη Φορολογική Διοίκηση και τους ΦΚΑ, λόγω της μείωσης προσαυξήσεων και προστίμων.

6) Η μη προσήκουσα εκπλήρωση από τον οφειλέτη των όρων ρύθμισης, σύμφωνα με το παρόν άρθρο και τα άρθρα 51 και 54 του ν. 4305/2014, όπως εκάστοτε ισχύουν ή άλλες διατάξεις, για χρονικό διάστημα αθροιστικά μεγαλύτερο των τριών (3) μηνών ως προς οποιαδήποτε από τις ρυθμισθείσες υποχρεώσεις, προκαλεί αυτοδικαίως την αναβίωση των ρυθμισθεισών υποχρεώσεών του σύμφωνα με τους όρους του παρόντος άρθρου και την αναδρομική αναβίωση του συνόλου των προς όλους διαγραφεισών υποχρεώσεων, προσαυξήσεων, τόκων και προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής, τα οποία καθίστανται στο σύνολο τους άμεσα απαιτητά και ληξιπρόθεσμα. Οι διατάξεις των άρθρων 51 και 54 του ν. 4305/2014, όπως εκάστοτε ισχύουν, εφαρμόζονται συμπληρωματικά και για τις ρυθμιζόμενες κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου οφειλές προς τη Φορολογική Διοίκηση και τους ΦΚΑ. Σε περίπτωση, αναβίωσης οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, αυτό ευθύνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στις οικείες υπουργικές αποφάσεις, βάση των οποίων είχε χορηγηθεί η εγγύηση του.

7) Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας ορίζεται η ειδικότερη μορφή και το περιεχόμενο της αίτησης της παραγράφου 1 και της βεβαίωσης της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, της βεβαίωσης της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου, καθώς και το περιεχόμενο και η διαδικασία ενημέρωσης και ανταλλαγής πληροφοριών ως προς οφειλέτες που έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση απαιτήσεων προς χρηματοδοτικούς φορείς, Φορολογική Διοίκηση και ΦΚΑ, των οποίων οι απαιτήσεις ρυθμίζονται σύμφωνα με το παρόν, καθώς και κάθε άλλο ειδικό θέμα ή αναγκαία λεπτομέρεια που αφορά την υλοποίηση των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

8) Τα φορολογικά ευεργετήματα του άρθρου 78 του παρόντος νόμου παρέχονται αποκλειστικά σε χρηματοδοτικούς φορείς που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα, έχουν παράσχει επιχειρηματικά δάνεια στην Ελλάδα και παρέχουν επιλέξιμες διαγραφές.

Όσον αφορά την Έκτακτη διαδικασία ρύθμισης υποχρεώσεων εμπόρων (με δεσμευτική δύναμη για το σύνολο των πιστωτών) ισχύουν τα κάτωθι:

1) Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο με πτωχευτική ικανότητα σύμφωνα με το άρθρο 61 παράγραφος 1 του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/2007), το οποίο έχει το κέντρο των κυρίων συμφερόντων του στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων των οφειλετών του άρθρου 61 του παρόντος νόμου, δύναται να αιτείται τη ρύθμιση των υποχρεώσεών του κατά το παρόν άρθρο, εφόσον στη ρύθμιση αυτή συναινούν πιστωτές που εκπροσωπούν τουλάχιστον 50,1% του συνόλου των απαιτήσεων, στο οποίο περιλαμβάνεται τουλάχιστον 50,1% των τυχόν εμπραγμάτως ή με ειδικό προνόμιο ή με άλλης μορφής εξασφαλιστική συμφωνία την 30ή Ιουνίου 2014 ως προς περιουσιακό στοιχείο (ήτοι ενέχυρο απαίτησης, εξασφαλιστική εκχώρηση απαίτησης, πλασματικό ενέχυρο ή προσημείωση υποθήκης) εξασφαλισμένων αιτήσεων, συμπεριλαμβανομένων τουλάχιστον δύο χρηματοδοτικών φορέων, εφόσον ο οφειλέτης έχει χρηματοδοτηθεί από περισσότερους του ενός χρηματοδοτικούς φορείς των οποίων οι απαιτήσεις κατά του οφειλέτη αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον ποσοστό 20% των συνολικών του υποχρεώσεων (όπως αυτές προσδιορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου). Για την παροχή της αιτούμενης ρύθμισης απαιτείται, εφόσον υπάρχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές, στη Φορολογική Διοίκηση ή/και στους ΦΚΑ, να έχει γίνει υπαγωγή των οφειλών αυτών σε πρόγραμμα εξυπηρέτησής τους είτε κατά τα αναφερόμενα στα άρθρα 51 και 54 του ν. 4305/2014 (Α’ 237), όπως εκάστοτε ισχύουν, είτε κατά τις κείμενες διατάξεις, το οποίο τηρείται.

2) Τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου μπορούν να αιτούνται την υπαγωγή στις διαδικασίες του παρόντος νόμου μέχρι τις 31.3.2016.

3) Η συναίνεση των πιστωτών κατά την παράγραφο 1 αποτυπώνεται σε συμφωνία ρύθμισης, η οποία υποβάλλεται μαζί με την αίτηση του οφειλέτη. Η συμφωνία ρύθμισης δύναται να προβλέπει μέτρα για την αναδιάρθρωση του δανεισμού, όπως μείωση απαιτήσεων, παράταση του χρόνου αποπληρωμής αυτών, μετοχοποίηση των απαιτήσεων ή κάθε άλλο πρόσφορο μέσο. Σε περίπτωση που η συμφωνία περιλαμβάνει αναδιάρθρωση ή μείωση πίστωσης που έχει εγγυηθεί, το Ελληνικό Δημόσιο περιορίζεται αναλογικά και η παρασχεθείσα εγγύηση. Δεν επιτρέπεται με οποιονδήποτε τρόπο η πρόβλεψη στη συμφωνία μείωσης ή αναδιάρθρωσης των απαιτήσεων πιστωτών που ρυθμίζονται σύμφωνα με το άρθρο 64 παράγραφος 1 περίπτωση γ’ ή το άρθρο 64 παράγραφος 2, και εφόσον κατά παράβαση των ανωτέρω υφίσταται παρόμοια πρόβλεψη δεν παράγει οποιαδήποτε έννομα αποτελέσματα.

4) Για τις ανάγκες του παρόντος ως πιστωτές νοούνται τα πρόσωπα των οποίων οι απαιτήσεις κατά του οφειλέτη περιλαμβάνονται στην αποτύπωση των υποχρεώσεων του οφειλέτη κατά την έννοια του Ελληνικού Γενικού Λογιστικού Σχεδίου (π.δ. 1123/1980) ή σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, προκειμένου για επιχειρήσεις που καταρτίζουν τις οικονομικές καταστάσεις τους, υποχρεωτικά ή προαιρετικά, σύμφωνα με αυτά, ενώ περιλαμβάνονται επίσης οι απαιτήσεις από χρηματοδοτικές μισθώσεις που οφείλονται συμβατικά από το χρόνο αναφοράς της παραγράφου 5 μέχρι τη συμβατική ημερομηνία λήξης των συμβάσεων εφόσον σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες λογιστικές αρχές δεν αποτυπώνονται στις πιο πάνω οικονομικές καταστάσεις. Κοινοπρακτούντες και ομολογιούχοι πιστωτές συμμετέχουν στο σχηματισμό του ποσοστού συναίνεσης σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας. Για το σχηματισμό των ποσοστών δεν συνυπολογίζονται οι πιστωτές των οποίων η απαίτηση ρυθμίζεται αυτομάτως με την αποδοχή της αίτησης βάσει του άρθρου 64 παρ. 3 και οι πιστωτές που είναι πρόεδροι, διευθύνοντες σύμβουλοι διευθυντές, διαχειριστές, εταίροι, πρόσωπα εντεταλμένα ή από το νόμο ή από ιδιωτική βούληση ή βάσει δικαστικής απόφασης στην εκπροσώπηση και διαχείριση της επιχείρησης, καθώς και σύζυγοι και συγγενείς αυτών εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι τον τρίτο βαθμό των ανωτέρω προσώπων ή του ιδίου του οφειλέτη, καθώς και πρόσωπα συνδεδεμένα με τον οφειλέτη κατά την έννοια της παραγράφου 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920. Ο υπολογισμός του ποσοστού των συναινούντων πιστωτών γίνεται με βάση κατάσταση πιστωτών που συντάσσεται από κάτοχο άδειας Λογιστή Φοροτεχνικού Α’ ή Β’ Τάξεως του ν. 2515/1997 ή ορκωτό ελεγκτή, επισυνάπτεται στη συμφωνία ρύθμισης, με ποινή απαραδέκτου, αναφέρεται σε ημερομηνία που δεν απέχει χρονικά προθεσμίας μεγαλύτερης των τριών (3) μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης της παραγράφου 1 στο δικαστήριο και περιλαμβάνει βεβαίωση του συντάκτη ότι συντρέχει η προϋπόθεση της πλειοψηφίας της παραγράφου 1.

5) Η υποβολή της ως άνω αιτήσεως του εμπορίου, πρέπει να συνοδεύεται από εκτίμηση των συμβαλλομένων περί της βιωσιμότητάς του μετά την υπαγωγή στην έκτατη διαδικασία ρύθμισης.

6) Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της αίτησης είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει την έδρα του, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Οι αποφάσεις του δεν υπόκεινται σε τακτικά ή έκτακτα ένδικα μέσα, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίζεται δικάσιμος εντός διμήνου από την υποβολή της. Στην περίπτωση νομικών προσώπων, η αίτηση υποβάλλεται από το όργανο διοίκησης ή τον εξουσιοδοτημένο από αυτό εκπρόσωπο τους. Ο αρμόδιος δικαστής δύναται να διατάσσει κατά το άρθρο 748 παράγραφος 3 ΚΠολ.Δ. την κλήτευση ενός ή περισσότερων πιστωτών του οφειλέτη, ορίζοντας ταυτόχρονα και την προθεσμία της κλήτευσης, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των δεκαπέντε (15) ημερών, καθώς και την καταχώρησή της στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.). Η άσκηση παρέμβασης από τα πρόσωπα του προηγούμενου εδαφίου και οποιοδήποτε άλλο πιστωτή γίνεται με κατάθεση προτάσεων στο ακροατήριο και χωρίς την τήρηση προδικασίας κατά την ορισθείσα δικάσιμο. Η άσκηση παρέμβασης με κατάθεση δικογράφου σε διαφορετική δικάσιμο δεν αποτελεί λόγο αναβολής της συζήτησης της αίτησης κατά την προσδιορισθείσα δικάσιμο.

7) Η υποβολή της αίτησης έχει ως συνέπεια την αναστολή τυχόν εκκρεμουσών αιτήσεων υπαγωγής σε καθεστώς εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 100 του Πτωχευτικού Κώδικα ή εκκρεμουσών αιτήσεων ειδικής εκκαθάρισης ή κήρυξης πτώχευσης, εφαρμοζόμενων αναλόγως των διατάξεων των παραγράφων 6 και 8 του άρθρου 99 του Πτωχευτικού Κώδικα.

8) Κατόπιν αιτήσεως οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, μπορούν να διατάζονται από τον πρόεδρο του αρμόδιου δικαστηρίου τα μέτρα του άρθρου 10 του Πτωχευτικού Κώδικα κατ’ αναλογική του εφαρμογή. Η μεγίστη διάρκεια ισχύος των προληπτικών μέτρων είναι έξι (6) μήνες από την υποβολή της αίτησης. Η αναστολή επάγεται αυτοδικαίως την αναστολή για τις ίδιες απαιτήσεις και έναντι τυχόν συνοφειλετών, καθώς και την απαγόρευση της διάθεσης των ακινήτων και του εξοπλισμού της επιχείρησης του οφειλέτη και τυχόν συνοφειλετών.