Category Archives: Αιτιολογική Έκθεση Νόμου 4469/2017

  • 0

Αιτιολογική Έκθεση (Ν.4469/2017)

Tags : 

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΝΟΜΟΥ

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ στο σχέδιο νόµου του Υπουργείου Οικονοµίας και Ανάπτυξης

«Εξωδικαστικός µηχανισµός ρύθµισης οφειλών επιχειρήσειων»

 

Προς τη Βουλή των Ελλήνων

Α. Επί του συνόλου

Το παρόν σχέδιο νόµου εισάγει για πρώτη φορά στην ελληνική έννοµη τάξη µία οργανωµένη εξωδικαστική διαδικασία για τη συνολική και µακροπρόθεσµη ρύθµιση των χρεών των ελληνικών επιχειρήσεων, οι οποίες, εξαιτίας της οξύτατης και χρονικά µακράς οικονοµικής κρίσης, αδυνατούν να εξυπηρετήσουν όλες τις συσσωρευθείσες οφειλές τους προς τον ιδιωτικό και το δηµόσιο τοµέα.

Μέχρι σήµερα η διαδικασία εξυγίανσης των άρθρων 99 επ. του Πτωχευτικού Κώδικα αποτελούσε το µοναδικό εργαλείο ρύθµισης χρεών των επιχειρήσεων. Η διαδικασία αυτή, εάν και σηµαντικά βελτιωµένη από άποψη ευελιξίας και χρόνου µετά και την πρόσφατη αναµόρφωσή της µε τις διατάξεις του ν. 4446/2016 (Α΄ 240), δεν παύει να αφορά κυρίως µεγάλες ανώνυµες εταιρείες µε πολυάριθµους πιστωτές και σηµαντικά χρέη. Το κόστος της παραµένει υψηλό, ενώ προϋποθέτει προσυνεννόηση και προηγούµενη συµφωνία της επιχείρησης µε την πλειοψηφία των δανειστών της. Ο κυριότερος λόγος όµως που οι ελληνικές επιχειρήσεις είναι απρόθυµες να υπαχθούν στη διαδικασία αυτή είναι οεν πολλοίς αβάσιµοςστιγµατισµός που ακολουθεί την υποβολή αίτησης του άρθρου 99. Τα µέσα µαζικής ενηµέρωσης, η κοινή γνώµη, αλλά ακόµα και η ίδια η αγορά αντιλαµβάνονται την ένταξη µιας επιχείρησης σε διαδικασία εξυγίανσης ως µία απέλπιδα απόπειρα αποφυγής της πτώχευσης και όχι ως µία συλλογική προσπάθεια διάσωσης µίας βιώσιµης επιχειρηµατικής µονάδας. Όλα τα παραπάνω είχαν ως αποτέλεσµα την περιορισµένη χρήση της διαδικασίας από πραγµατικά βιώσιµες επιχειρήσεις και την εν µέρει κατάχρησή της από ήδη εν τοις πράγµασι πτωχευµένες εταιρείες που την αξιοποίησαν ως τελευταίο καταφύγιο. Ενδεικτικός είναι ο µικρός αριθµός των αιτήσεων που έχουν κατατεθεί πανελλαδικά και ο ακόµα µικρότερος αριθµός των επιτυχηµένων εξυγιάνσεων.

Η προηγούµενη νοµοθετική πρωτοβουλία για την εξωδικαστική ρύθµιση οφειλών ήταν ο ν. 4307/2014 (Α΄ 246), γνωστός και ως νόµος «Δένδια», ο οποίος όµως απέτυχε στην εφαρµογή του, καθώς ως το τέλος του έτους 2015 µόνο 53 επιχειρήσεις είχαν καταθέσει αίτηση υπαγωγής στις διατάξεις του, εκ των οποίων µόνο 3 είχαν συνάψει διµερή σύµβαση ρύθµισης οφειλών µε τις πιστώτριες Τράπεζές τους. Ο κύριος λόγος αποτυχίας του προηγούµενου νοµοθετικού καθεστώτος ήταν το γεγονός ότι δεν θέσπιζε καµία υποχρέωση για τα πιστωτικά ιδρύµατα. Οι δανειολήπτες προσέρχονταν στα υποκαταστήµατα των Τραπεζών, κατέθεταν την αίτηση και τα απαραίτητα δικαιολογητικά και ανέµεναν την απάντηση, η οποία τις περισσότερες φορές λάµβανε τη µορφή της «σιωπηρής απόρριψης». Πέραν τούτου, το προηγούµενο νοµοθετικό καθεστώς άφηνε εκτός του πεδίου ρύθµισής του τις οφειλές των επιχειρήσεων προς το Ελληνικό Δηµόσιο, ορίζοντας απλά ότι αυτές θα έπρεπε να έχουν προηγουµένως ενταχθεί στα τότε διαθέσιµα σχήµατα καταβολής τους σε πολυάριθµες δόσεις.

Το κενό στο υφιστάµενο ρυθµιστικό πλαίσιο έρχεται να το καλύψει το παρόν σχέδιο νόµου, το οποίο οριοθετεί και ρυθµίζει την εξωδικαστική διαδικασία ρύθµισης οφειλών από το στάδιο της υποβολής της αίτησης της επιχείρησης έως και τη δικαστική επικύρωση της συµφωνίας από το αρµόδιο δικαστήριο. Οι βασικές καινοτοµίες του νέου εξωδικαστικού µηχανισµού είναι οι εξής:

Το ευρύ πεδίο εφαρµογής του: Αίτηση υπαγωγής στο νέο εξωδικαστικό µηχανισµό µπορούν να υποβάλουν όλες οι επιχειρήσεις ανεξαρτήτως µεγέθους, εταιρικού τύπου ή ύψους κύκλου εργασιών, ενώ όλες οι οφειλές που είχαν γεννηθεί µέχρι τις 31 Δεκεµβρίου 2016 µπορούν να ρυθµιστούν µέσω του µηχανισµού. Επιπρόσθετα, οι λύσεις ρύθµισης που µπορούν να συµφωνηθούν µεταξύ της επιχείρησης και των πιστωτών που εκπροσωπούν την πλειοψηφία επί του συνολικού της χρέους δεν υπόκεινται σε κανέναν περιορισµό, πέραν των ειδικών κανόνων που θεσπίζονται για τις οφειλές προς το Δηµόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης.

Οι προβλέψεις του για την αντιµετώπιση των «στρατηγικών κακοπληρωτών»: Στον εξωδικαστικό µηχανισµό δεν µπορούν να υπαχθούν επιχειρήσεις, των οποίων οι φορείς ή οι διοικούντες έχουν καταδικαστεί αµετάκλητα για φοροδιαφυγή, απάτη κατά του Δηµοσίου ή σοβαρά οικονοµικά εγκλήµατα. Επιπλέον, η άρση του τραπεζικού και του φορολογικού απορρήτου στην οποία συναινεί η επιχείρηση που υποβάλει αίτηση για ένταξη στο νέο εξωδικαστικό µηχανισµό, καθώς και η δυνατότητα κάθε πιστωτή να ζητήσει οποιοδήποτε επιπλέον στοιχείο ή έγγραφο κατά τη διάρκεια των διαπραγµατεύσεων, θα επιτρέψει µόνο στους έντιµους επιχειρηµατίες να αξιοποιήσουν τη διαδικασία ρύθµισης οφειλών του παρόντος σχεδίου νόµου.

Η πρόσβαση στη διαδικασία διαπραγµάτευσης: Μέσω του διορισµού ενός ανεξάρτητου προσώπου που αναλαµβάνει καθήκοντα συντονιστή στη διαδικασία και µε πολύ µικρό κόστος, ακόµα και για τις µεγάλες επιχειρήσεις, ο οφειλέτης για πρώτη φορά αποκτά τη δυνατότητα πρόσβασης σε µία διαδικασία διαπραγµάτευσης µε το σύνολο των πιστωτών του. Δεδοµένου δε ότι η διαδικασία εκκινεί ακόµα και εάν εκδηλώσουν ενδιαφέρον πιστωτές που εκπροσωπούν το 50% των απαιτήσεων έναντι της επιχείρησης, όλοι οι πιστωτές έχουν κίνητρο να συµµετέχουν στη διαδικασία, καθώς, σε αντίθετη περίπτωση, υπάρχει µεγάλη πιθανότητα να ληφθεί δεσµευτική απόφαση για τη ρύθµιση της απαίτησής τους ερήµην τους.

Η αξιοποίηση του µητρώου των διαµεσολαβητών: Σε µία προσπάθεια έµµεσης προώθησης του θεσµού της διαµεσολάβησης, επιλέγεται το µητρώο των διαµεσολαβητών που τηρείται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωµάτων για να αποτελέσει την πηγή στελέχωσης του µητρώου συντονιστών της Ειδικής Γραµµατείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους. Η επιλογή αυτή έχει ως στόχο, µεταξύ άλλων, να αποτελέσει ένα πρώτο βήµα για την εξοικείωση των πολιτών µε τις εναλλακτικές µεθόδους επίλυσης διαφορών, µε απώτερη προσδοκία την αποφυγή προσφυγής στα δικαστήρια για διαφορές οι οποίες µπορούν να επιλυθούν και εξωδικαστικά.

Η στόχευση στη βιωσιµότητα: Βασικός σκοπός του νέου εξωδικαστικού µηχανισµού είναι η διάσωση των βιώσιµων επιχειρήσεων. Μία πρώτη ένδειξη βιωσιµότητας αποτελούν τα κριτήρια επιλεξιµότητας του άρθρου 3. Ωστόσο, και όταν τα κριτήρια επιλεξιµότητας συντρέχουν, η βιωσιµότητα της επιχείρησης δεν είναι δεδοµένη, αλλά απαιτεί συχνά µία ανάλυση σε βάθος. Όµοια ανάλυση πολλές φορές απαιτεί η κατάρτιση µίας πρότασης ρύθµισης, η οποία θα διατηρεί τη βιωσιµότητα της επιχείρησης. Αναδεικνύεται έτσι ως καθοριστικός ο ρόλος του εµπειρογνώµονα, ήτοι ενός προσώπου, το οποίο προσφέρει κατ’ επάγγελµα υπηρεσίες παροχής χρηµατοοικονοµικών συµβουλών και µπορεί να συνδράµει τόσο τον οφειλέτη στη διαµόρφωση ενός αποτελεσµατικού σχεδίου αναδιάρθρωσης, όσο και τους πιστωτές στην αποδοχή ή µη των προτάσεων ρύθµισης, καθώς και στη διατύπωση αντιπροτάσεων.

Η άρτια οργάνωση όλων των σταδίων της διαδικασίας: Η διαδικασία εξωδικαστικής ρύθµισης οφειλών είναι διαρθρωµένη σε ευδιάκριτα στάδια µε οριοθετηµένες προθεσµίες που πρέπει να τηρούνται από την επιχείρηση, τους πιστωτές και τον ίδιο τον συντονιστή. Αυτό το πλαίσιο κινητοποιεί τα εµπλεκόµενα µέρη να ενεργήσουν άµεσα και αποτελεσµατικά, ενώ παράλληλα η δυνατότητα µεγαλύτερων προθεσµιών, ιδίως στις περιπτώσεις πολύπλοκων υποθέσεων, αφήνει το περιθώριο µακρύτερων σε διάρκεια διαπραγµατεύσεων.

Η ευελιξία του Δηµοσίου ως πιστωτή: Η φορολογική διοίκηση και οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης συµµετέχουν στο µηχανισµό µε σκοπό τη διαπραγµάτευση βιώσιµων λύσεων ρύθµισης, προσαρµοσµένων στις ανάγκες της επιχείρησης. Η πρωτοφανής ευελιξία του Δηµοσίου ως πιστωτή εκτείνεται µέχρι και τη διαγραφή µέρους των απαιτήσεών του, σε περιπτώσεις που αυτό κρίνεται απαραίτητο για την επιβίωση της επιχείρησης και πάντα υπό την προϋπόθεση της διασφάλισης του δηµοσίου συµφέροντος.

Η προστασία των µικρών πιστωτών: Οι απαιτήσεις των µικρών πιστωτών δεν επηρεάζονται από τη σύµβαση αναδιάρθρωσης οφειλών που θα υπογράψει η επιχείρηση µε τους υπόλοιπους πιστωτές της. Με αυτόν τον τρόπο, οι εργαζόµενοι και οι µικροί προµηθευτές, που αποτελούν τις πλέον ευάλωτες κατηγορίες πιστωτών και δεν έχουν καµία διαπραγµατευτική ισχύ, προστατεύονται από ενδεχόµενη διαγραφή ή οποιαδήποτε άλλη µη ευνοϊκή ρύθµιση των απαιτήσεών τους.

Η αξιοποίηση της τεχνολογίας: Με την ηλεκτρονική πλατφόρµα που σχεδιάζεται να αναπτυχθεί στην ιστοσελίδα της Ειδικής Γραµµατείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, όλη η περιγραφόµενη στις διατάξεις του παρόντος σχεδίου νόµου διαδικασία θα διεξάγεται αποκλειστικά
µε ηλεκτρονικά µέσα. Με τον τρόπο αυτόν διευκολύνονται όλοι οι συµµετέχοντες στη διαδικασία να µειώσουν το διαχειριστικό τους κόστος και να διοχετεύσουν το χρόνο και τους πόρους τους στην προσπάθεια εξεύρεσης συναινετικής λύσης για τη ρύθµιση των οφειλών της επιχείρησης.

 

Β. Επί των άρθρων

Άρθρο 1 – Σκοπός ορισµοί

Στο άρθρο 1 οριοθετείται ο σκοπός του σχεδίου νόµου και ορίζονται οι βασικές έννοιες που συναντώνται στις διατάξεις του. Συγκεκριµένα, στην παράγραφο 1 ορίζεται ότι σκοπός της εξωδικαστικής διαδικασίας είναι η ρύθµιση των οφειλών του οφειλέτη προς οποιονδήποτε πιστωτή (πιστωτικά ιδρύµατα, φορολογικές αρχές, φορείς κοινωνικής ασφάλισης, προµηθευτές κ.ά.), οι οποίες µπορούν να προέρχονται είτε από την άσκηση της επιχειρηµατικής δραστηριότητας του οφειλέτη, είτε, κυρίως στις περιπτώσεις που ο οφειλέτης έχει ατοµική επιχείρηση, αποτελούν οφειλές από άλλη αιτία. Η συµπερίληψη και των τελευταίων αυτών οφειλών κρίνεται αναγκαία, καθώς στις ατοµικές επιχειρήσεις, που αποτελούν ένα µεγάλο ποσοστό των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στη χώρα, οι οφειλές των επιχειρηµατιών, έστω και από άλλη αιτία, επιβαρύνουν την επιχειρηµατική τους δραστηριότητα εν γένει, ενώ εξάλλου η ίδια η επιχείρηση είναι αυτή που αποτελεί την κύρια πηγή εσόδων για την αποπληρωµή των πάσης οφειλών φύσεως του επιχειρηµατία. Η ρύθµιση των οφειλών αυτών, µε τη σειρά της, στοχεύει στην εξασφάλιση της βιωσιµότητας της επιχείρησης του οφειλέτη στο µέλλον.

Η παράγραφος 2 περιλαµβάνει δεκαεννέα (19) βασικούς ορισµούς του σχεδίου νόµου. Ειδικότερα, στις περιπτώσεις α΄ και β΄ τίθενται τα όρια διαχωρισµού των µεγάλων από τις µικρές επιχειρήσεις, ώστε στην κατηγορία των µεγάλων επιχειρήσεων να ανήκουν όσες είτε είχαν στην τελευταία χρήση πριν την ένταξή τους στη διαδικασία του παρόντος σχεδίου νόµου κύκλο εργασιών µεγαλύτερο από δύο εκατοµµύρια πεντακόσιες χιλιάδες (2.500.000) ευρώ, είτε έχουν συνολικές οφειλές (ληξιπρόθεσµες ή µη) άνω των δύο εκατοµµύριων (2.000.000) ευρώ. Στην κατηγορία των µικρών επιχειρήσεων εντάσσονται κατά ακολουθία αυτές που δεν ξεπερνούν κανένα από τα δύο όρια (κύκλος εργασιών και συνολικές οφειλές) που τίθενται για τις µεγάλες. Η πρακτική σηµασία του ως άνω διαχωρισµού συναντάται σε επόµενες διατάξεις του παρόντος σχεδίου νόµου και αφορά κυρίως στο κόστος της διαδικασίας (χαµηλότερη αµοιβή συντονιστή και προαιρετικός ο διορισµός του εµπειρογνώµονα για την εκπόνηση µελέτης βιωσιµότητας για τις µικρές επιχειρήσεις), αλλά και σε κάποιες διαφοροποιήσεις στα στάδια και τις προθεσµίες της διαδικασίας (δυνατότητα αντικατάστασης συντονιστή και µεγαλύτερες προθεσµίες για τις µεγάλες επιχειρήσεις).
Στην περίπτωση γ΄ ορίζεται η έννοια του συνοφειλέτη ως του προσώπου που ευθύνεται αλληλεγγύως εκ του νόµου ή δυνάµει δικαιοπραξίας για την εξόφληση µέρους ή του συνόλου των οφειλών του οφειλέτη και διευκρινίζεται ότι στην έννοια του συνοφειλέτη περιλαµβάνεται και ο εγγυητής, αλλά δεν συµπεριλαµβάνονται οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που τυχόν έχουν αναλάβει να καλύψουν την ευθύνη του οφειλέτη έναντι τρίτων.

Στην περίπτωση δ΄ ορίζεται η έννοια του χρηµατοδοτικού φορέα που περιλαµβάνει, εκτός από τα εν λειτουργία, και τα υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικά και χρηµατοδοτικά ιδρύµατα, τις εταιρείες χρηµατοδοτικής µίσθωσης, πρακτορείας επιχειρηµατικών απαιτήσεων και διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις του άρθρου 1 του ν. 4354/2015 (Α΄ 176), µε την προϋπόθεση ότι τελούν υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος ή του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισµού (SSM).

Στην περίπτωση ε΄ ορίζεται η έννοια του πιστωτή, ενώ στις περιπτώσεις στ΄, ζ΄ και η΄ δίδονται οι ορισµοί της απαρτίας συµµετεχόντων πιστωτών, της πλειοψηφίας συµµετεχόντων πιστωτών και του ποσοστού συµµετεχόντων πιστωτών µε ειδικό προνόµιο. Ειδικότερα, απαρτία υπάρχει όταν συµµετέχουν στη διαδικασία πιστωτές που είναι δικαιούχοι τουλάχιστον του πενήντα τοις εκατό (50%) του συνόλου των απαιτήσεων κατά του οφειλέτη. Για το σχηµατισµό απαρτίας δεν λαµβάνονται υπόψη οι απαιτήσεις προσώπων συνδεδεµένων µε τον οφειλέτη, καθώς και απαιτήσεις που δεν ρυθµίζονται από τη σύµβαση αναδιάρθρωσης οφειλών (απαιτήσεις γεννηµένες µετά την 31η Δεκεµβρίου 2016, απαιτήσεις πιστωτών που δεν ξεπερνούν σε ποσοστό το 1,5% των συνολικών απαιτήσεων κατά του οφειλέτη και το ποσό των 2.000.000 ευρώ, απαιτήσεις από ανακτήσεις κρατικών ενισχύσεων και απαιτήσεις πιστωτών που δεν συναινούν στην εκκίνηση της διαδικασίας λόγω της µη συµµετοχής συνοφειλέτη που ευθύνεται απέναντί τους). Η απόλυτη ή αυξηµένη πλειοψηφία των συµµετεχόντων πιστωτών σχηµατίζεται πάντα µε βάση ποσοστό επί του συνόλου των απαιτήσεων των συµµετεχόντων πιστωτών, ενώ το ποσοστό των συµµετεχόντων πιστωτών µε ειδικό προνόµιο σχηµατίζεται επί του συνόλου των απαιτήσεων των συµµετεχόντων πιστωτών που εξασφαλίζονται µε υποθήκη, προσηµείωση υποθήκης, ενέχυρο ή άλλο ειδικό προνόµιο. Δεν λαµβάνονται υπόψη για το σχηµατισµό της πλειοψηφίας συµµετεχόντων πιστωτών και του ποσοστού συµµετεχόντων πιστωτών µε ειδικό προνόµιο απαιτήσεις προσώπων συνδεδεµένων µε τον οφειλέτη.

Στην περίπτωση θ΄ ορίζεται ως σύµβαση αναδιάρθρωσης οφειλών η πολυµερής δικαιοπραξία που καταρτίζεται µεταξύ του οφειλέτη και των συµβαλλοµένων πιστωτών µε αντικείµενο την αναδιάρθρωση του συνόλου ή µέρους των οφειλών του οφειλέτη και σκοπό τη συνέχιση της επιχειρηµατικής δραστηριότητας του οφειλέτη.

Στην περίπτωση ι΄ ορίζεται ποια πρόσωπα θεωρούνται συνδεδεµένα µε τον οφειλέτη, µε βασική συνέπεια οι απαιτήσεις τους να µη συνυπολογίζονται στο σχηµατισµό απαρτίας και πλειοψηφίας συµµετεχόντων πιστωτών, αλλά παρ’ όλα αυτά να ρυθµίζονται µε τη σύµβαση αναδιάρθρωσης οφειλών. Ειδικότερα, όταν ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο, οι σύζυγοι, οι συγγενείς εξ αίµατος ή εξ αγχιστείας µέχρι δευτέρου βαθµού, καθώς και τα νοµικά πρόσωπα που ελέγχονται από τον οφειλέτη θεωρούνται ως πρόσωπα συνδεδεµένα µε αυτόν, ενώ όταν ο οφειλέτης είναι νοµικό πρόσωπο πρόσωπα συνδεδεµένα µε αυτόν είναι τα φυσικά ή νοµικά πρόσωπα που ελέγχουν το νοµικό πρόσωπο του οφειλέτη, οι σύζυγοι και οι συγγενείς εξ αίµατος ή εξ αγχιστείας µέχρι του δεύτερου βαθµού των ως άνω φυσικών προσώπων και τα νοµικά πρόσωπα που ελέγχονται από τον οφειλέτη.

Στις περιπτώσεις ια΄, ιβ΄ και ιγ΄ ορίζονται οι έννοιες του συµµετέχοντος, του συµβαλλόµενου και του µη συµβαλλόµενου πιστωτή.

Στην περίπτωση ιδ΄ ορίζεται ότι ως εµπειρογνώµονας µπορεί διοριστεί σύµφωνα µε τις διαδικασίες του άρθρου 11 του παρόντος σχεδίου νόµου κάθε φυσικό ή νοµικό πρόσωπο που προσφέρει κατ’ επάγγελµα υπηρεσίες παροχής χρηµατοοικονοµικών συµβουλών, ενώ στην περίπτωση ιε΄ παραπέµπει στο Μητρώο Πιστοποιηµένων Εκτιµητών του Υπουργείου Οικονοµικών του ν. 4152/2013 (Α΄ 107) για τον ορισµό του εκτιµητή ακινήτων για τις ανάγκες εφαρµογής των διατάξεων του παρόντος.

Στις περιπτώσεις ιστ΄, ιζ΄ και ιη΄ δίδονται οι ορισµοί των οφειλών προς το Δηµόσιο, των οφειλών υπέρ τρίτων που βεβαιώνονται και εισπράττονται από τη φορολογική διοίκηση και των οφειλών προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης αντίστοιχα. Συγκεκριµένα ορίζεται ότι µε τη σύµβαση αναδιάρθρωσης οφειλών µπορούν να ρυθµιστούν οι οφειλές που είναι ήδη βεβαιωµένες κατά την 31η Δεκεµβρίου 2016 µαζί µε τις προσαυξήσεις ή τους τόκους εκπρόθεσµης καταβολής κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθµισης οφειλών.

Τέλος, στην περίπτωση ιθ΄ διευκρινίζεται ότι στην έννοια των οφειλών συµπεριλαµβάνονται και αυτές που προήλθαν από διαδοχή επιχειρήσεων και βαρύνουν ουσιαστικά τη διάδοχο επιχείρηση και ότι στην περίπτωση αυτή, η διαδεχόµενη επιχείρηση δεν θεωρείται συνοφειλέτης για τις ανάγκες εφαρµογής των διατάξεων του παρόντος σχεδίου νόµου.

 

Άρθρο 2 – Πεδίο εφαρµογής

Στο άρθρο 2 καθορίζεται το πεδίο εφαρµογής του παρόντος σχεδίου νόµου, τόσο αναφορικά µε τα πρόσωπα τα οποία έχουν δικαίωµα να υποβάλλουν αίτηση υπαγωγής στην εξωδικαστική διαδικασία ρύθµισης οφειλών, όσο και αναφορικά µε τις απαιτήσεις που δύνανται να ρυθµιστούν µε τη σύµβαση αναδιάρθρωσης οφειλών.

Συγκεκριµένα, στην παράγραφο 1 ορίζεται ότι δύνανται να υποβάλουν αίτηση µε βάση τις διατάξεις του παρόντος σχεδίου νόµου όλα τα φυσικά πρόσωπα µε πτωχευτική ικανότητα και όλα τα νοµικά πρόσωπα που αποκτούν εισόδηµα από επιχειρηµατική δραστηριότητα, εφόσον έχουν φορολογική κατοικία στην Ελλάδα. Από τα πρόσωπα που αποκτούν εισόδηµα από επιχειρηµατική δραστηριότητα και έχουν φορολογική κατοικία στην Ελλάδα εξαιρούνται δηλαδή µόνο τα φυσικά πρόσωπα χωρίς εµπορική ιδιότητα που εµπίπτουν ρητά στο πεδίο εφαρµογής του ν. 3869/2010 (Α΄ 130) για τη ρύθµιση των οφειλών υπερχρεωµένων φυσικών προσώπων και ειδικότερα οι ελεύθεροι επαγγελµατίες που, σύµφωνα µε την κατηγοριοποίηση του ήδη καταργηµένου άρθρου 48 του ν. 2238/1994 (Α΄ 151), ασκούν το επάγγελµα του ιατρού, οδοντιάτρου, κτηνιάτρου, φυσιοθεραπευτή, βιολόγου, ψυχολόγου, µαίας, δικηγόρου, δικολάβου, συµβολαιογράφου, άµισθου υποθηκοφύλακα, δικαστικού επιµελητή, αρχιτέκτονα, µηχανικού, τοπογράφου, χηµικού, γεωπόνου, γεωλόγου, δασολόγου, ωκεανογράφου, σχεδιαστή, δηµοσιογράφου, συγγραφέα, διερµηνέα, ξεναγού, µεταφραστή, καθηγητή ή δασκάλου, καλλιτέχνη γλύπτη ή ζωγράφου ή σκιτσογράφου ή χαράκτη, ηθοποιού, εκτελεστή µουσικών έργων ή µουσουργού, καλλιτεχνών των κέντρων διασκέδασης, χορευτή, χορογράφου, σκηνοθέτη, σκηνογράφου, ενδυµατολόγου, διακοσµητή, οικονοµολόγου, αναλυτή, προγραµµατιστή, ερευνητή ή συµβούλου επιχειρήσεων, λογιστή ή φοροτέχνη, αναλογιστή, κοινωνιολόγου, κοινωνικού λειτουργού και εµπειρογνώµονα. Οι προϋποθέσεις για να υποβάλουν αίτηση για υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθµισης οφειλών τα φυσικά πρόσωπα µε πτωχευτική ικανότητα και τα νοµικά πρόσωπα µε εισόδηµα από επιχειρηµατική δραστηριότητα είναι να είχαν κατά την 31η Δεκεµβρίου 2016 οφειλή από δάνειο ή πίστωση σε καθυστέρηση τουλάχιστον ενενήντα (90) ηµερών ή οφειλή προς χρηµατοδοτικό φορέα που ρυθµίστηκε µετά την 1η Ιουλίου 2016 ή ληξιπρόθεσµες οφειλές προς τη Φορολογική Διοίκηση ή προς Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης ή προς άλλο νοµικό πρόσωπο δηµοσίου δικαίου, περιλαµβανοµένων των οργανισµών τοπικής αυτοδιοίκησης, ή να είχε βεβαιωθεί η µη πληρωµή επιταγών εκδόσεώς τους λόγω µη επαρκούς υπολοίπου κατά το άρθρο 40 του ν. 5960/1933 (Α΄ 401) ή να είχαν εκδοθεί διαταγές πληρωµής ή δικαστικές αποφάσεις λόγω ληξιπροθέσµων απαιτήσεων εις βάρος τους, δηλαδή αρκεί να αποδεικνύεται η αδυναµία των επιχειρήσεων να εξυπηρετήσουν έστω και µία οφειλή τους προς οποιονδήποτε πιστωτή τους. Περαιτέρω, για να ενταχθεί µία επιχείρηση στη διαδικασία θα πρέπει οι συνολικές προς ρύθµιση οφειλές της να ξεπερνούν το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, καθώς για µικρότερες του εν λόγω ορίου οφειλές δεν προκρίνεται η χρήση του εξωδικαστικού µηχανισµού, για λόγους τόσο οικονοµικού όσο και διαχειριστικού κόστους. Τέλος, η επιχείρηση που ενδιαφέρεται να υπαχθεί στη διαδικασία του παρόντος σχεδίου νόµου θα πρέπει να πληροί τα κριτήρια επιλεξιµότητας του άρθρου 3, δηλαδή να παρουσιάζει µία (1) λειτουργική κερδοφορία κατά τα τελευταία τρία (3) έτη ή, στην περίπτωση που τηρεί διπλογραφικό λογιστικό σύστηµα, να παρουσιάζει θετική καθαρή θέση σε µία (1) από τις τελευταίες τρεις (3) εταιρικές χρήσεις. Στην παράγραφο 2 απαριθµούνται οι εξαιρέσεις από το πεδίο εφαρµογής του παρόντος σχεδίου νόµου και συγκεκριµένα ορίζεται ότι δεν µπορούν να υπαχθούν στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθµισης οφειλών: (α) τα πιστωτικά και χρηµατοδοτικά ιδρύµατα, καθώς και τα υποκαταστήµατα αλλοδαπών πιστωτικών ή χρηµατοδοτικών ιδρυµάτων που λειτουργούν στην Ελλάδα, (β) οι πάροχοι επενδυτικών υπηρεσιών, καθώς και τα υποκαταστήµατα αλλοδαπών παρόχων επενδυτικών υπηρεσιών που λειτουργούν στην Ελλάδα, (γ) οι Οργανισµοί Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (ΟΣΕΚΑ), καθώς και οι Οργανισµοί Εναλλακτικών Επενδύσεων (ΟΕΕ), καθώς και οι διαχειριστές αυτών και (δ) οι ασφαλιστικές εταιρίες.

Στην παράγραφο 3 απαριθµούνται οι περιπτώσεις κατά τις οποίες ένα φυσικό ή νοµικό πρόσωπο εµποδίζεται να καταθέσει αίτηση για υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθµισης οφειλών, παρ’ όλο που εντάσσεται στο πεδίο της παραγράφου 1 και δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις της παραγράφου 2. Οι περιπτώσεις αυτές είναι: (α) η υποβολή αίτησης από τον οφειλέτη για υπαγωγή στις διατάξεις των άρθρων 62 επ. του ν. 4307/2014 (Α΄ 246) ή στις διατάξεις του ν. 3588/2007 (Α‘ 153), εκτός εάν έχει υπάρξει έγκυρη παραίτησή του από τις εν λόγω διαδικασίες µέχρι την ηµεροµηνία υποβολής της αίτησης για υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθµισης οφειλών, (β) η έκδοση οριστικής απόφασης υπαγωγής του οφειλέτη σε µία από παραπάνω διαδικασίες ή η συζήτηση της αίτησης υπαγωγής του οφειλέτη ενώπιον του αρµόδιου δικαστηρίου, εφόσον εκκρεµεί η έκδοση δικαστικής απόφασης, (γ) η διακοπή της επιχειρηµατικής δραστηριότητας του οφειλέτη ή, σε περίπτωση νοµικού προσώπου, η λύση του και θέση σε εκκαθάριση, εκτός εάν αποφασισθεί από το αρµόδιο όργανο του νοµικού προσώπου η αναβίωσή του, πριν την υποβολή της αίτησης για υπαγωγή στη διαδικασία και (δ) η καταδίκη µε αµετάκλητη απόφαση του οφειλέτη ή στην περίπτωση των νοµικών προσώπων των προέδρων, των διευθύνοντων συµβούλων, των διαχειριστών, των εταίρων ή και κάθε προσώπου εντεταλµένου από το νόµο, από ιδιωτική βούληση ή µε δικαστική απόφαση στη διαχείριση αυτών για φοροδιαφυγή, εξαιρουµένης της µη πληρωµής φόρων, για απάτη κατά του Δηµοσίου ή των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης ή για το κακούργηµα της νοµιµοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες, της υπεξαίρεσης, της απάτης, της εκβίασης, της πλαστογραφίας, της δωροδοκίας, της δωροληψίας, της λαθρεµπορίας, της καταδολίευσης δανειστών ή της χρεοκοπίας. Περαιτέρω, διευκρινίζεται ότι για να αποτελέσει η καταδίκη των φυσικών προσώπων που ασκούν τη διαχείριση των νοµικών προσώπων λόγο αποκλεισµού από το πεδίο εφαρµογής του παρόντος σχεδίου νόµου θα πρέπει να αφορά σε αξιόποινη πράξη τους που να σχετίζεται µε την επιχειρηµατική δραστηριότητα του νοµικού προσώπου.

Στην παράγραφο 4 ορίζεται ότι δεν υπάγονται στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθµισης και, κατά συνέπεια, δεν ρυθµίζονται µε τη σύµβαση αναδιάρθρωσης οφειλών, απαιτήσεις που έχουν γεννηθεί µετά την 31η Δεκεµβρίου 2016. Αντικείµενο ρύθµισης δηλαδή µπορεί να αποτελέσουν όλες οι χρηµατικές οφειλές της επιχείρησης, ακόµα και αυτές που τελούν υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσµία, αρκεί η γενεσιουργός τους αιτία να ανάγεται σε χρόνο µέχρι και τις 31 Δεκεµβρίου 2016.

Στην παράγραφο 5 περιγράφεται η απλοποιηµένη διαδικασία που θα ακολουθείται σε περίπτωση που ο οφειλέτης οφείλει άνω του ογδόντα πέντε τοις εκατό (85%) του συνολικού χρέους του σε έναν µόνο πιστωτή. Στην περίπτωση αυτή η αίτηση θα υποβάλλεται σύµφωνα µε τα οριζόµενα στα άρθρα 4 και 5 και υπό την αίρεση πλήρωσης των προϋποθέσεων των άρθρων 2 και 3. Στη συνέχεια η αίτηση θα προωθείται από την Ειδική Γραµµατεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.) στον πιστωτή µε τις απαιτήσεις που υπερβαίνουν το 85% του συνολικού χρέους του οφειλέτη για διµερή διαπραγµάτευση, δηλαδή δεν θα ακολουθείται η διαδικασία των άρθρων 6 έως 14 (διορισµός συντονιστή, προσκλήσεις σε πιστωτές, διαπίστωση απαρτίας, υποβολή αντιπροτάσεων από τους πιστωτές, ψηφοφορία, δικαστική διαδικασία επικύρωσης της σύµβασης αναδιάρθρωσης οφειλών κ.λπ.), µε την εξαίρεση της παραγράφου 7 του άρθρου 9. Με βάση την εφαρµογή της εν λόγω διάταξης και σε περίπτωση σύναψης διµερούς συµφωνίας µεταξύ του οφειλέτη και του πιστωτή, τυχόν χορηγηθείσες εγγυήσεις του Ελληνικού Δηµοσίου υπέρ πιστωτικών ιδρυµάτων, του Εθνικού Ταµείου Επιχειρηµατικότητας και Ανάπτυξης (Ε.ΤΕ.ΑΝ. Α.Ε.), καθώς και οποιουδήποτε άλλου φορέα του δηµόσιου τοµέα που έχει χορηγήσει εγγύηση για δάνεια οποιουδήποτε είδους, ακολουθούν τις απαιτήσεις υπέρ των οποίων χορηγήθηκαν, όπως οι απαιτήσεις αυτές ρυθµίζονται µε τη συµφωνία. Αυτονόητο είναι ότι για την εφαρµογή της διάταξης της παραγράφου 5, το Ελληνικό Δηµόσιο και οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης λογίζονται ως δύο πιστωτές. Αυτό σηµαίνει ότι σε περίπτωση που ένας οφειλέτης έχει για παράδειγµα το 43% των οφειλών του προς τη φορολογική διοίκηση και το 42,5% των οφειλών του προς ένα ασφαλιστικό ταµείο για τη ρύθµιση των οφειλών του θα ακολουθήσει το σύνολο της διαδικασίας του παρόντος σχεδίου νόµου και όχι την απλοποιηµένη διαδικασία της παραγράφου 5. Τέλος, στην παράγραφο 5 θεσπίζεται η υποχρέωση του πιστωτή, στον οποίο προωθήθηκε η αίτηση για διµερή διαπραγµάτευση µε βάση τα παραπάνω, να ενηµερώσει την Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. εντός τριών (3) µηνών για την πορεία της αίτησης, δηλαδή για την επίτευξη ή µη συµφωνίας µε τον οφειλέτη.

Στην παράγραφο 6 ορίζεται ότι δεν συµµετέχουν στη διαδικασία και δεν δεσµεύονται από τη σύµβαση αναδιάρθρωσης οφειλών πιστωτές µε απαιτήσεις οι οποίες: (α) δεν υπερβαίνουν ατοµικά για κάθε πιστωτή το ποσό των δύο εκατοµµυρίων (2.000.000) ευρώ και ποσοστό ενάµισι τοις εκατό (1,5%) του συνολικού χρέους του οφειλέτη και (β) δεν υπερβαίνουν αθροιστικά το ποσό των είκοσι εκατοµµυρίων (20.000.000) ευρώ και ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15%) του συνολικού χρέους του οφειλέτη. Πρόκειται για τους µικρούς πιστωτές µίας επιχείρησης, οι οποίοι µπορεί να είναι πολυάριθµοι, αλλά κατά κανόνα η ρύθµιση των απαιτήσεών τους δεν είναι κρίσιµη για την εξασφάλιση της βιωσιµότητας της επιχείρησης. Η µη συµµετοχή τους στη διαδικασία επιλύει ζητήµατα συντονισµού και οργάνωσης, ενώ η απαγόρευση ρύθµισης των απαιτήσεών τους µε τη σύµβαση αναδιάρθρωσης οφειλών τους προστατεύει στο βαθµό που ικανοποιούνται κατά προτεραιότητα και στο ακέραιο. Περαιτέρω, ρυθµίζεται η περίπτωση κατά την οποία οι απαιτήσεις που δεν υπερβαίνουν ατοµικά για κάθε πιστωτή το ποσό των 2.000.000 ευρώ και το ποσοστό του 1,5% υπερβαίνουν αθροιστικά ένα από τα κριτήρια του ποσού των 20.000.000 ευρώ ή του ποσοστού του 15%, όπου και ορίζεται ότι δεν συµµετέχουν στη διαδικασία και δεν δεσµεύονται από τη σύµβαση αναδιάρθρωσης οφειλών οι πιστωτές µε τις µικρότερες απαιτήσεις έως τη συµπλήρωση του ποσοστού του 15% ή του ποσού των 20.000.000 ευρώ, ενώ οι υπόλοιποι πιστωτές συµµετέχουν κανονικά στη διαδικασία. Για παράδειγµα εάν σε σύνολο απαιτήσεων 1.000.000 ευρώ, υπάρχουν 15 πιστωτές µε απαίτηση ο καθένας ποσού 10.000 ευρώ, δηλαδή ποσοστού 1% ο καθένας και συνολικού ποσοστού 15%, και άλλοι 10 πιστωτές µε απαίτηση ο καθένας 12.000 ευρώ, δηλαδή ποσοστού 1,2% ο καθένας και συνολικού ποσοστού 12%, στη διαδικασία δεν θα κληθούν να συµµετάσχουν µόνο οι πρώτοι, ενώ οι δεύτεροι, παρά το γεγονός ότι οι απαιτήσεις τους είναι µικρότερες τόσο των 2.000.000 ευρώ, όσο και του ποσοστού 1,5% επί του συνολικού χρέους του οφειλέτη, συµµετέχουν κανονικά, αφού το αθροιστικό κριτήριο του 15% έχει ήδη καλυφθεί από τους πρώτους.

Με την παράγραφο 7 εξαιρούνται ρητά από το πεδίο εφαρµογής του παρόντος σχεδίου νόµου οι απαιτήσεις από ανακτήσεις κρατικών ενισχύσεων λόγω παραβίασης των σχετικών διατάξεων της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 3 – Κριτήρια επιλεξιµότητας

Στο άρθρο 3 ορίζονται τα κριτήρια επιλεξιµότητας για την υπαγωγή στη διαδικασία, η πλήρωση των οποίων αποτελεί µία πρώτη ένδειξη λειτουργικής βιωσιµότητας του οφειλέτη. Συγκεκριµένα, στην παράγραφο 1 ορίζεται ότι οι επιχειρήσεις που τηρούν απλογραφικό λογιστικό σύστηµα σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 4308/2014 (Α΄ 251) είναι επιλέξιµες, εφόσον σε µία (1) τουλάχιστον από τις τελευταίες τρεις (3) χρήσεις πριν από την υποβολή της αίτησης έχουν θετικό καθαρό αποτέλεσµα προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων. Για να υπολογιστεί δηλαδή το καθαρό αποτέλεσµα (έσοδα µείον δαπάνες) καθεµίας από τις τελευταίες τρεις (3) χρήσεις από τις συνολικές δαπάνες αφαιρούνται αυτές που αφορούν σε τόκους και συναφή έξοδα και αποσβέσεις παγίων, όπως αυτές καταγράφονται στους αντίστοιχους κωδικούς του φορολογικού εντύπου Ε.3 (κατάσταση οικονοµικών στοιχείων από επιχειρηµατική δραστηριότητα).

Στην παράγραφο 2 ορίζονται τα κριτήρια επιλεξιµότητας των επιχειρήσεων που τηρούν διπλογραφικό λογιστικό σύστηµα. Οι επιχειρήσεις αυτές κρίνονται επιλέξιµες για υπαγωγή στην εξωδικαστική ρύθµιση οφειλών, εφόσον σε µία (1) τουλάχιστον από τις τελευταίες τρεις (3) χρήσεις πριν από την υποβολή της αίτησης είχαν θετικά αποτελέσµατα προ τόκων, φόρων και αποσβέσεων, κατά τα παραπάνω, ή θετική καθαρή θέση (equity), η οποία προσδιορίζεται από το αριθµητικό αποτέλεσµα που προκύπτει εάν από το συνολικό ενεργητικό της επιχείρησης αφαιρεθούν οι συνολικές υποχρεώσεις της.

Άρθρο 4 – Υποβολή αίτησης

Στο άρθρο 4 περιγράφεται η διαδικασία υποβολής της αίτησης για τις επιχειρήσεις που εµπίπτουν στο πεδίο εφαρµογής του άρθρου 2 και πληρούν τα κριτήρια επιλεξιµότητας του άρθρου 3. Συγκεκριµένα, στην παράγραφο 1 ορίζεται ότι αιτήσεις για υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθµισης οφειλών υποβάλλονται έως την 31η Δεκεµβρίου 2018 και ότι αποκλείεται η υποβολή δεύτερης αίτησης από τον ίδιο οφειλέτη όσο εκκρεµεί η πρώτη ή µετά τη σύνταξη πρακτικού περαίωσης της διαδικασίας από το συντονιστή κατά τα προβλεπόµενα στο άρθρο 8 παράγραφος 16 ή πρακτικού αποτυχίας για οποιονδήποτε από τους προβλεπόµενους στο παρόν σχέδιο νόµου λόγους.

Στην παράγραφο 2 προβλέπεται ότι η αίτηση υποβάλλεται ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα της Ειδικής Γραµµατείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.) µε τη χρήση ειδικής ηλεκτρονικής πλατφόρµας και ορίζονται τα τρία (3) χρόνια ως ο ανώτατος χρόνος τήρησης των δεδοµένων του οφειλέτη από την Ε.Γ.Δ.Ι.Χ., η οποία θα είναι ο υπεύθυνος επεξεργασίας για την τήρηση και την επεξεργασία των ανωτέρω δεδοµένων σύµφωνα µε τις διατάξεις του ν. 2472/1997 (Α΄ 50).

Με την παράγραφο 3 θεσπίζεται υποχρέωση συνυποβολής αίτησης από τους συνοφειλέτες της επιχείρησης, η οποία θα πρέπει τουλάχιστον να περιλαµβάνει κατάλογο µε τις υποχρεώσεις τους έναντι των δικών τους πιστωτών και των περιουσιακών τους στοιχείων και να συνοδεύεται από ορισµένα δικαιολογητικά, ώστε να µπορεί να αξιολογηθεί από τους πιστωτές η ικανότητα αυτών των προσώπων να αποπληρώσουν µέρος των υποχρεώσεων της επιχείρησης. Οι συνοφειλέτες δεν απαιτείται να εµπίπτουν στο πεδίο εφαρµογής των παραγράφων 1, 3 και 5 του άρθρου 2, ούτε να πληρούν τα κριτήρια επιλεξιµότητας του άρθρου 3 για να συνυποβάλουν αίτηση, χωρίς φυσικά να εµποδίζονται να υποβάλουν αυτοτελώς αίτηση για ρύθµιση του συνόλου των οφειλών τους σε περίπτωση που πληρούν όλα τα κριτήρια υπαγωγής στον εξωδικαστικό µηχανισµό. Περαιτέρω, ορίζονται οι συνέπειες και η διαδικασία που ακολουθείται σε περίπτωση µη συνυποβολής αίτησης από έναν ή περισσότερους συνοφειλέτες της επιχείρησης. Ειδικότερα, για την έναρξη της διαδικασίας εξωδικαστικής ρύθµισης οφειλών σε αυτές τις περιπτώσεις απαιτείται η συναίνεση του πιστωτή έναντι του οποίου ευθύνονται οι συνοφειλέτες που δεν συνυπέβαλαν αίτηση ή των πιστωτών µε την πλειοψηφία των απαιτήσεων για τις οποίες ευθύνονται οι συνοφειλέτες που δεν συνυπέβαλαν αίτηση. Η συναίνεση αυτή λαµβάνεται σύµφωνα µε τα οριζόµενα στην παράγραφο 3 του άρθρου 7. Στη συνέχεια ορίζεται ότι σε κάθε περίπτωση, ακόµα και όταν δεν λαµβάνεται η απαιτούµενη κατά τα παραπάνω συναίνεση, η πλειοψηφία των υπόλοιπων πιστωτών δύναται να αποφασίσει την έναρξη της διαδικασίας και ότι στις περιπτώσεις αυτές οι απαιτήσεις των πιστωτών που δεν συναίνεσαν δεν δύναται να ρυθµιστούν από τη σύµβαση αναδιάρθρωσης οφειλών. Η διαδικασία δεν εκκινεί σε καµία περίπτωση, δηλαδή ακόµα και εάν συναινούν οι παραπάνω πιστωτές, όταν δεν συνυποβάλλεται αίτηση από συνοφειλέτες που είναι οµόρρυθµοι εταίροι οµόρρυθµης ή ετερόρρυθµης εταιρείας κατά την ηµεροµηνία υποβολής της αίτησης ή από άλλα πρόσωπα που ευθύνονται εις ολόκληρον και αλληλεγγύως για το σύνολο των οφειλών της επιχείρησης. Τέλος, διευκρινίζεται ότι δεν απαιτείται συνυποβολή της αίτησης όταν την ιδιότητα του συνοφειλέτη, κατά τους ορισµούς του παρόντος σχεδίου νόµου, την έχει αποκτήσει το Ελληνικό Δηµόσιο, το Εθνικό Ταµείο Επιχειρηµατικότητας και Ανάπτυξης (Ε.ΤΕ.ΑΝ. Α.Ε.) ή οποιοσδήποτε άλλος φορέας του δηµόσιου τοµέα που έχει χορηγήσει εγγύηση για δάνεια οποιουδήποτε είδους.

Στην παράγραφο 4 προβλέπεται η δυνατότητα από κοινού υποβολής αίτησης των νοµικών προσώπων που έχουν υποχρέωση ενοποίησης των οικονοµικών τους καταστάσεων, σύµφωνα µε το άρθρο 32 του ν. 4308/2014 (Α΄ 251).

Στην παράγραφο 5 προβλέπεται η δυνατότητα εκκίνησης της διαδικασίας εξωδικαστικής ρύθµισης οφειλών από ορισµένους πιστωτές και συγκεκριµένα από το Ελληνικό Δηµόσιο, τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, τα νοµικά πρόσωπα δηµοσίου δικαίου ή τους χρηµατοδοτικούς φορείς. Στην περίπτωση αυτή κοινοποιείται στον οφειλέτη, µε έναν από τους περιοριστικά απαριθµούµενους τρόπους, έγγραφη δήλωση, µε την οποία καλείται να υπαχθεί στη διαδικασία του παρόντος σχεδίου νόµου υποβάλλοντας τη σχετική αίτηση µέσα σε προθεσµία δύο (2) µηνών. Η εν λόγω πρόσκληση κοινοποιείται µε επιµέλεια του πιστωτή και στην Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.. Περαιτέρω, ορίζεται ως συνέπεια της παράλειψης του οφειλέτη να υποβάλει αίτηση εντός της παραπάνω προθεσµίας η απώλεια του δικαιώµατός του να εκκινήσει ο ίδιος τη διαδικασία υπαγωγής µεταγενέστερα, εκτός εάν προσκληθεί εκ νέου από τους πιστωτές. Τέλος, ορίζεται ότι ο πιστωτής που κοινοποίησε την πρόσκληση στον οφειλέτη λογίζεται ως συµµετέχων, δηλαδή άνευ ετέρου το ποσοστό του επί των συνολικών απαιτήσεων έναντι της επιχείρησης συνυπολογίζεται στο ποσοστό των συµµετεχόντων πιστωτών για να διαπιστωθεί εάν υπάρχει η απαιτούµενη απαρτία.

 

Στην παράγραφο 6 περιγράφεται η διαδικασία που θα ακολουθηθεί για την υποβολή αιτήσεων, εάν η ειδική ηλεκτρονική πλατφόρµα της παραγράφου 2 δεν βρίσκεται σε λειτουργία κατά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος σχεδίου νόµου, που έχει οριστεί σε τρεις (3) µήνες µετά τη δηµοσίευσή του στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως. Για το µικρό χρονικό διάστηµα που ενδέχεται να µεσολαβήσει, οι αιτήσεις θα υποβάλλονται σε έντυπη και ψηφιακή µορφή στις Διευθύνσεις Ανάπτυξης των Περιφερειακών Ενοτήτων, ενώ τα συνοδευτικά της αίτησης έγγραφα και δικαιολογητικά θα υποβάλλονται στις ως άνω υπηρεσίες αποκλειστικά σε ψηφιακή µορφή, δηλαδή αποθηκευµένα σε διαδεδοµένα µέσα ή συσκευές ψηφιακής αποθήκευσης (π.χ. CD-ROM ή USB-stick).

Στην παράγραφο 7 ορίζεται ότι η υποβολή της αίτησης για υπαγωγή στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθµισης οφειλών δεν συνιστά σπουδαίο λόγο για την καταγγελία διαρκών συµβάσεων.
Τέλος, στην παράγραφο 8 προβλέπεται η αναστολή της διαδικασίας του Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών για το χρονικό διάστηµα από την υποβολή της αίτησης έως τη διαπίστωση µη επίτευξης συµφωνίας στο πλαίσιο του παρόντος σχεδίου νόµου, οπότε η Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων (ΔΕΚ) του Κώδικα Δεοντολογίας συνεχίζεται από το στάδιο στο οποίο είχε σταµατήσει. Αυτονόητο είναι ότι σε περίπτωση επίτευξης συµφωνίας στο πλαίσιο του παρόντος σχεδίου νόµου, η ανασταλείσα διαδικασία του Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών καθίσταται άνευ αντικειµένου.

Άρθρο 5 – Περιεχόµενο αίτησης

Στο άρθρο 5 περιγράφεται αναλυτικά το περιεχόµενο της αίτησης και απαριθµούνται τα δικαιολογητικά και τα έγγραφα που τη συνοδεύουν. Συγκεκριµένα, στην παράγραφο 1 ορίζεται ότι στην αίτηση αποτυπώνονται υποχρεωτικά τα πλήρη στοιχεία της επιχείρησης (επωνυµία, διεύθυνση, Α.Φ.Μ., ΚΑΔ, τηλέφωνο, ηλεκτρονική διεύθυνση), αναφορά στον κύκλο εργασιών της κατά την τελευταία χρήση πριν από την υποβολή της αίτησης και στις συνολικές υποχρεώσεις της, περιγραφή της δραστηριότητάς της, της οικονοµικής της κατάστασης, των λόγων της οικονοµικής της αδυναµίας και των προοπτικών της. Στην αίτηση επίσης περιλαµβάνεται κατάλογος όλων των πιστωτών της επιχείρησης µε πλήρη στοιχεία (επωνυµία, διεύθυνση, Α.Φ.Μ., τηλέφωνο, ηλεκτρονική διεύθυνση), των οφειλοµένων ποσών ανά πιστωτή και των συνοφειλετών που τυχόν ευθύνονται έναντι κάθε πιστωτή και πρόταση της επιχείρησης για τον τρόπο ρύθµισης των οφειλών της, η οποία πρέπει να περιέχει τουλάχιστον το ποσό που δύναται να καταβάλει σε µηνιαία ή ετήσια βάση για την αποπληρωµή των οφειλών, να βασίζεται στα εκτιµώµενα έσοδα και έξοδα της επιχείρησης κατά τις επόµενες τρεις (3) τουλάχιστον χρήσεις και να είναι σύµφωνη µε τους υποχρεωτικούς κανόνες των άρθρων 9 και 15, δηλαδή, µεταξύ άλλων, να µην παραβιάζει τις αρχές της µη χειροτέρευσης της θέσης των πιστωτών ή της σύµµετρης ικανοποίησης κατά τα ειδικότερα οριζόµενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 9 και να τηρεί τους ειδικούς όρους που τίθενται για τη ρύθµιση οφειλών προς το Δηµόσιο και προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (π.χ. ανώτατο όριο αριθµού δόσεων, ελάχιστο ποσό µηνιαίας δόσης, απαγόρευση διαγραφής βασικής οφειλής παρακρατούµενων εισφορών εργαζοµένων κ.ά.). Στη συνέχεια ορίζεται ότι, µε την εξαίρεση των περιπτώσεων ρύθµισης των οφειλών προς το Δηµόσιο µε αυτοµατοποιηµένο τρόπο, κατά τα ειδικότερα προβλεπόµενα στις παραγράφους 4 και 6 του άρθρου 15, στην περίπτωση ύπαρξης οφειλών προς το Δηµόσιο, τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και τα υπόλοιπα νοµικά πρόσωπα δηµοσίου δικαίου, η πρόταση του οφειλέτη πρέπει να συντάσσεται σύµφωνα µε τα ειδικότερα προβλεπόµενα στην παράγραφο 5 του άρθρου 8. Τέλος, στην αίτησή της η επιχείρηση αποτυπώνει τα στοιχεία που απαιτούνται για την αξιολόγηση της επιλεξιµότητάς της, δηλαδή τα στοιχεία για το καθαρό αποτέλεσµά της προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων στις τελευταίες τρεις (3) χρήσεις και, σε περίπτωση επιχείρησης που τηρεί διπλογραφικό λογιστικό σύστηµα, τα αντίστοιχα στοιχεία για τη θετική καθαρή θέση της.

Στην παράγραφο 2 ορίζονται τα συµπληρωµατικά της αίτησης έγγραφα που την συνοδεύουν υποχρεωτικά. Συγκεκριµένα, προβλέπεται ότι η αίτηση συνοδεύεται από κατάλογο των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη µε ειδική αναφορά στην εκτιµώµενη εµπορική αξία τους, προκειµένου να είναι δυνατόν να προσδιορισθεί η αξία ρευστοποίησης της περιουσίας του, πλήρη περιγραφή των βαρών και λοιπών εξασφαλίσεων (είδος βάρους ή εξασφάλισης, πιστωτής, ασφαλιζόµενο ποσό, σειρά, δηµόσιο βιβλίο) που είναι εγγεγραµµένα επί των περιουσιακών στοιχείων του και πλήρη στοιχεία κάθε συνοφειλέτη (επωνυµία, πλήρη διεύθυνση, Α.Φ.Μ., τηλέφωνο, ηλεκτρονική διεύθυνση).

Στην παράγραφο 3 απαριθµούνται ορισµένα επιπλέον έγγραφα που υποχρεούται να συνυποβάλλει µε την αίτησή του ο οφειλέτης. Αυτά είναι: (α) δήλωση για κάθε µεταβίβαση ή επιβάρυνση περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη που έγινε εντός των τελευταίων πέντε (5) ετών πριν την υποβολή της αίτησης και για κάθε καταβολή µερίσµατος από τον οφειλέτη προς τους µετόχους ή εταίρους ή άλλη συναλλαγή εκτός των τρεχουσών συναλλαγών της επιχείρησης που έγινε εντός των τελευταίων είκοσι τεσσάρων (24) µηνών πριν την υποβολή της αίτησης, (β) στοιχεία κάθε νοµικού προσώπου συνδεδεµένου µε τον οφειλέτη µε ηµεροµηνία σύστασης µεταγενέστερη της 1ης Ιανουαρίου 2012, καθώς και πλήρη στοιχεία ακινήτων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων που τυχόν µεταβιβάστηκαν από τον οφειλέτη ή τους συνοφειλέτες σε πρόσωπα συνδεδεµένα µε τον οφειλέτη µετά την 1η Ιανουαρίου 2012 και εφεξής και (γ) κατάλογος των προσώπων που αµείβονται από τον οφειλέτη και τα οποία αποτελούν συνδεδεµένα πρόσωπα µε αυτόν, καθώς και ανάλυση των αµοιβών αυτών κατά τους τελευταίους είκοσι τέσσερις (24) µήνες πριν την υποβολή της αίτησης.

Στην παράγραφο 4 προβλέπεται η δυνατότητα της επιχείρησης να προσκοµίσει οποιοδήποτε άλλο έγγραφο, στοιχείο ή πληροφορία, τα οποία κρίνει ως σηµαντικά για την επιτυχία της διαδικασίας, π.χ. αναλυτικό επιχειρηµατικό πλάνο, συµβάσεις µε πελάτες ή προµηθευτές της για µελλοντικές συνεργασίες κ.ά.

Στην παράγραφο 5 εισάγεται ειδικός κανόνας για την εκτίµηση της εµπορικής αξίας των ακινήτων που ανήκουν στην κυριότητα του οφειλέτη και ορίζεται ότι αυτή θα πραγµατοποιείται µε βάση έκθεση πιστοποιηµένου εκτιµητή ακινήτων, η οποία θα συνυποβάλλεται µε την αίτηση. Η µη προσκόµιση µίας τέτοιας έκθεσης από την επιχείρηση θα έχει ως συνέπεια η αξία των ακινήτων να υπολογιστεί µε βάση τον αντικειµενικό προσδιορισµό που χρησιµοποιείται για τον υπολογισµό του Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων.

Στην παράγραφο 6 ορίζεται ότι µε την αίτηση υπαγωγής στη διαδικασία παρέχεται από τον οφειλέτη, αποκλειστικά για τους σκοπούς της διαδικασίας εξωδικαστικής ρύθµισης οφειλών, άδεια για κοινοποίηση σε όλους τους συµµετέχοντες στη διαδικασία, επεξεργασία και διασταύρωση από αυτούς των δεδοµένων που περιλαµβάνονται στην αίτηση και τα συνοδευτικά έγγραφα, όσο και άλλων δεδοµένων που βρίσκονται στην κατοχή των συµµετεχόντων πιστωτών και διευκρινίζεται ότι η άδεια αυτή συνεπάγεται την άρση τόσο του τραπεζικού όσο και του φορολογικού απορρήτου.

Στην παράγραφο 7 ορίζεται ότι η αίτηση υπέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης του ν. 1599/1986 (Α΄ 75) του οφειλέτη για την ακρίβεια και την πληρότητα του περιεχοµένου της αίτησης και των υποβληθέντων εγγράφων και ότι κατά την υποβολή της αίτησης ο οφειλέτης ενηµερώνεται για τις συνέπειες της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης.

Στην παράγραφο 8 απαριθµούνται τα υπόλοιπα δικαιολογητικά που πρέπει να συνοδεύουν την αίτηση. Πρόκειται κυρίως για φορολογικές δηλώσεις και άλλα πιστοποιητικά και βεβαιώσεις που εκδίδονται από δηµόσιες αρχές και για τις χρηµατοοικονοµικές καταστάσεις της επιχείρησης. Ειδικότερα, η αίτηση συνοδεύεται υποχρεωτικά και από τα παρακάτω έγγραφα που πρέπει να αντιστοιχούν στα τελευταία πέντε (5) φορολογικά έτη: (α) δήλωση εισοδήµατος φυσικών προσώπων (E.1) ή δήλωση φορολογίας εισοδήµατος νοµικών προσώπων και νοµικών οντοτήτων (Ν ή Ε.5 ή Φ01.010 ή Φ01.013), (β) κατάσταση οικονοµικών στοιχείων από επιχειρηµατική δραστηριότητα (Ε.3) και (γ) συγκεντρωτικές καταστάσεις πελατών και προµηθευτών. Επιπλέον, η επιχείρηση προσκοµίζει µόνο για το τελευταίο φορολογικό έτος δήλωση στοιχείων ακινήτων (Ε.9), πράξη διοικητικού προσδιορισµού του φόρου εισοδήµατος (εκκαθαριστικό) και πράξη διοικητικού προσδιορισµού του Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.), ενώ προβλέπεται και η υποχρέωση υποβολής της τελευταίας περιοδικής δήλωσης ΦΠΑ (Φ2) και καταστάσεων βεβαιωµένων οφειλών προς τη Φορολογική Διοίκηση και προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, οι οποίες πρέπει να έχουν εκδοθεί εντός των τελευταίων τριών (3) µηνών πριν από την ηµεροµηνία υποβολής της αίτησης. Περαιτέρω, συνυποβάλλονται χρηµατοοικονοµικές καταστάσεις του άρθρου 16 του ν. 4308/2014 (Α΄ 251) των τελευταίων πέντε (5) περιόδων, οι οποίες πρέπει να είναι δηµοσιευµένες, εφόσον προβλέπεται αντίστοιχη υποχρέωση και προσωρινό ισοζύγιο τελευταίου µηνός τεταρτοβαθµίων λογαριασµών του αναλυτικού καθολικού της γενικής λογιστικής, εφόσον προβλέπεται η κατάρτισή του. Τέλος, προσκοµίζονται: αντίγραφο ποινικού µητρώου γενικής χρήσης και πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του οφειλέτη ή του πρόεδρου του διοικητικού συµβουλίου και του διευθύνοντος συµβούλου για ανώνυµες εταιρείες, του διαχειριστή για εταιρείες περιορισµένης ευθύνης και ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρείες, των οµόρρυθµων εταίρων και των διαχειριστών για προσωπικές εταιρείες, πιστοποιητικό περί µη πτώχευσης και περί µη κατάθεσης αίτησης πτώχευσης από το αρµόδιο Πρωτοδικείο και πιστοποιητικό περί µη λύσης της εταιρείας από το Γ.Ε.ΜΗ., εφόσον ο οφειλέτης είναι νοµικό πρόσωπο.

Στην παράγραφο 9 περιλαµβάνεται ειδική εξουσιοδοτική διάταξη προς τους Υπουργούς Οικονοµίας και Ανάπτυξης και Οικονοµικών, ώστε µε απόφασή τους να δύνανται να προσθέτουν νέα δικαιολογητικά στα υποχρεωτικώς συνυποβαλλόµενα µε την αίτηση ή να τροποποιούν τα δικαιολογητικά της παραγράφου 8.

Άρθρο 6 – Διορισµός συντονιστή-Δικαίωµα αποποίησης

Στο άρθρο 6 περιγράφεται η διαδικασία διορισµού του συντονιστή της διαδικασίας, η προθεσµία και οι λόγοι για την αποποίησή του, καθώς και ο τρόπος σύστασης του µητρώου συντονιστών που θα τηρείται στην Ειδική Γραµµατεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους. Συγκεκριµένα στην παράγραφο 1 ορίζεται ότι η Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. διορίζει συντονιστή εντός δύο (2) εργάσιµων ηµερών από την κατάθεση της αίτησης. Ο συντονιστής είναι πρόσωπο εγγεγραµµένο στο µητρώο συντονιστών που τηρείται στην Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. και στο οποίο εγγράφονται κατά προτεραιότητα διαπιστευµένοι διαµεσολαβητές του ν. 3898/2010 (Α΄211) µετά από πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος που θα δηµοσιεύσει ο Ειδικός Γραµµατέας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους. Περαιτέρω, ορίζεται ότι η έδρα του συντονιστή πρέπει να βρίσκεται εντός της Περιφερειακής Ενότητας στην οποία έχει την έδρα του ο οφειλέτης, ή, σε περίπτωση που δεν υπάρχει συντονιστής µε έδρα εντός αυτής της Περιφερειακής Ενότητας, εντός της διοικητικής περιφέρειας της έδρας του οφειλέτη.

Στην παράγραφο 2 ορίζεται ότι δεν επιτρέπεται ο διορισµός ως συντονιστή του ιδίου προσώπου σε περισσότερες από µία αιτήσεις, εάν προηγουµένως δεν έχει εξαντληθεί η δυνατότητα διορισµού των λοιπών εγγεγραµµένων στο µητρώο µε έδρα την Περιφερειακή Ενότητα ή τη διοικητική περιφέρεια εντός της οποίας λαµβάνει χώρα η διαδικασία εξωδικαστικής ρύθµισης οφειλών, δηλαδή θεσπίζεται εκ περιτροπής σύστηµα διορισµού των συντονιστών, ώστε όλοι να αναλάβουν ανάλογο αριθµό υποθέσεων στην περιφέρεια της έδρας τους.

Στην παράγραφο 3 περιγράφονται η διαδικασία και οι λόγοι αποποίησης του συντονιστή. Συγκεκριµένα, ορίζεται ότι ο συντονιστής δικαιούται να αποποιηθεί τον διορισµό του εντός τεσσάρων (4) εργάσιµων ηµερών και υποχρεούται σε αποποίηση εάν διαπιστώσει ότι συντρέχουν στο πρόσωπό του περιστάσεις που δύνανται να επηρεάσουν την ανεξαρτησία του. Οι περιστάσεις αυτές είναι ιδίως κάθε προσωπική ή επαγγελµατική σχέση του µε τον οφειλέτη ή πιστωτή, καθώς και οποιοδήποτε οικονοµικό ή άλλο συµφέρον, άµεσο ή έµµεσο, από την έκβαση της διαδικασίας. Σε αυτές τις περιπτώσεις υποχρεωτικής αποποίησης, καθώς και σε κάθε άλλη περίπτωση αποποίησης για οποιονδήποτε λόγο η Ε.Γ.Δ.Ι.Χ., διορίζει αµέσως νέο συντονιστή.

Στην παράγραφο 4 περιγράφεται η διαδικασία στελέχωσης του µητρώου συντονιστών. Συγκεκριµένα ορίζεται ότι ο Ειδικός Γραµµατέας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους δηµοσιεύει στην ιστοσελίδα της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. και στη Διαύγεια πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για την εγγραφή στο µητρώο, στο οποίο εγγράφονται κατά προτεραιότητα διαπιστευµένοι διαµεσολαβητές του ν. 3898/2010 (Α΄ 211) µετά από αίτησή τους που υποβάλλεται εντός προθεσµίας τριάντα (30) ηµερών από τη δηµοσίευση της πρόσκλησης. Η αίτηση συνοδεύεται µόνο από µία υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986 (Α΄ 75), µε την οποία ο ενδιαφερόµενος βεβαιώνει την ιδιότητά του ως διαπιστευµένου διαµεσολαβητή του ν. 3898/2010, καθώς η επαλήθευση του γεγονότος αυτού µπορεί να γίνει µε πολύ απλό τρόπο, µέσω της σχετικής ιστοσελίδας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωµάτων, στην οποία είναι αναρτηµένος κατάλογος µε όλους τους διαπιστευµένους διαµεσολαβητές.

Με την παράγραφο 5 κατανέµεται ο συνολικός αριθµός των τριακοσίων είκοσι (320) διαµεσολαβητών που θα εγγραφούν κατά προτεραιότητα στο µητρώο συντονιστών σε διοικητικές περιφέρειες, καθώς το ενδεχόµενο φυσικών συναντήσεων µεταξύ του οφειλέτη και των πιστωτών του επιβάλλει αυτή τη γεωγραφική κατανοµή, που γίνεται µε βάση πληθυσµιακά κριτήρια. Ειδικότερα στο µητρώο συντονιστών εγγράφονται εκατόν είκοσι (120) διαπιστευµένοι διαµεσολαβητές µε έδρα στην Περιφέρεια Αττικής, πενήντα (50) διαπιστευµένοι διαµεσολαβητές µε έδρα στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, είκοσι (20) διαπιστευµένοι διαµεσολαβητές µε έδρα στην Περιφέρεια Θεσσαλίας, είκοσι (20) διαπιστευµένοι διαµεσολαβητές µε έδρα στην Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας, είκοσι (20) διαπιστευµένοι διαµεσολαβητές µε έδρα στην Περιφέρεια Κρήτης, είκοσι (20) διαπιστευµένοι διαµεσολαβητές µε έδρα στην Περιφέρεια Πελοποννήσου, δέκα (10) διαπιστευµένοι διαµεσολαβητές µε έδρα στην Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, δέκα (10) διαπιστευµένοι διαµεσολαβητές µε έδρα στην Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας, δέκα (10) διαπιστευµένοι διαµεσολαβητές µε έδρα στην Περιφέρεια Ηπείρου, δέκα (10) διαπιστευµένοι διαµεσολαβητές µε έδρα στην Περιφέρεια Ιονίων Νήσων, δέκα (10) διαπιστευµένοι διαµεσολαβητές µε έδρα στην Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας, δέκα (10) διαπιστευµένοι διαµεσολαβητές µε έδρα στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου και δέκα (10) διαπιστευµένοι διαµεσολαβητές µε έδρα στην Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου. Περαιτέρω, προβλέπεται ότι στην περίπτωση που οι αιτήσεις εγγραφής υπερβούν σε αριθµό τις υπό κάλυψη θέσεις συντονιστών ανά Περιφέρεια, θα διενεργηθεί κλήρωση τόσο για αυτούς που πρόκειται να εγγραφούν στο µητρώο, όσο και για τη σειρά στον κατάλογο των επιλαχόντων, αφού οι επιλαχόντες εγγράφονται στο µητρώο αµέσως µετά τη διαγραφή από το µητρώο µέλους µε έδρα στην ίδια Περιφέρεια. Στη συνέχεια, ορίζεται η διαδικασία σε περίπτωση που δεν καλυφθούν οι θέσεις συντονιστών ανά Περιφέρεια από διαπιστευµένους διαµεσολαβητές, µε την πρόβλεψη κάλυψης των κενών από δικηγόρους µε πενταετή τουλάχιστον εµπειρία µετά τη λήψη της άδειας άσκησης επαγγέλµατος. Στην παραπάνω περίπτωση, ο Ειδικός Γραµµατέας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους απευθύνει εντός δέκα (10) ηµερών από την παρέλευση της προθεσµίας υποβολής αιτήσεων από διαπιστευµένους διαµεσολαβητές πρόσκληση προς τους Δικηγορικούς Συλλόγους µε έδρα την Περιφέρεια στην οποία παρουσιάστηκαν οι κενές θέσεις, ενώ εάν οι αιτήσεις εγγραφής υπερβούν σε αριθµό τις υπό κάλυψη θέσεις, ακολουθείται και πάλι διαδικασία κλήρωσης.

Στην παράγραφο 6 περιγράφεται η διαδικασία των κληρώσεων της προηγούµενης παραγράφου.

Στην παράγραφο 7 ορίζεται η διαδικασία συµπλήρωσης του αριθµού των συντονιστών σε συγκεκριµένη Περιφέρεια, σε περιπτώσεις που οι εγγεγραµµένοι συντονιστές δεν επαρκούν για τη διεκπεραίωση των υποβαλλόµενων αιτήσεων υπαγωγής στην εξωδικαστική διαδικασία ρύθµισης οφειλών. Στην περίπτωση αυτή, ο Ειδικός Γραµµατέας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους µε απόφασή του µπορεί να εγγράψει στο µητρώο συντονιστών νέα µέλη από την κατάσταση επιλαχόντων ανά Περιφέρεια, ενώ σε περίπτωση που ο αριθµός των επιλαχόντων δεν επαρκεί για την κάλυψη των αναγκών της συγκεκριµένης Περιφέρειας, ο Ειδικός Γραµµατέας δηµοσιεύει κοινή πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για την εγγραφή στο µητρώο διαπιστευµένων διαµεσολαβητών και δικηγόρων ακολουθώντας κατά τα λοιπά την ως άνω περιγραφόµενη διαδικασία.

Στην παράγραφο 8 ορίζεται ότι η Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. επιβλέπει το έργο των συντονιστών, µεριµνά για την κατάρτισή τους και την περιοδική πιστοποίηση της απόδοσής τους και ότι µε απόφαση του Ειδικού Γραµµατέα Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους διαγράφονται από το µητρώο οι συντονιστές που δεν φέρουν σε πέρας το έργο τους εµπροθέσµως ή εκπληρώνουν πληµµελώς τα καθήκοντα τους. Επίσης, προβλέπεται η έκδοση Οδηγού Δεοντολογίας Συντονιστών, µε τον οποίο θα εξειδικεύονται οι υποχρεώσεις των συντονιστών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους και θα προβλέπονται οι συνέπειες µη συµµόρφωσής τους µε αυτές, µε στόχο την εις βάθος και σε λεπτοµέρεια κατανόηση της διαδικασίας και του σηµαντικού ρόλου που καλούνται να επιτελέσουν ως συντονιστές του εξωδικαστικού µηχανισµού ρύθµισης οφειλών.

Άρθρο 7 – Έλεγχος πληρότητας αίτησης και κοινοποίησή της στους πιστωτές

Στο άρθρο 7 καθορίζονται τα επόµενα στάδια της διαδικασίας από τον έλεγχο της αίτησης µέχρι την κοινοποίησή της στους πιστωτές. Συγκεκριµένα, στην παράγραφο 1 προβλέπεται ότι, εφόσον ο συντονιστής δεν αποποιηθεί το διορισµό του κατά τα προβλεπόµενα στην παράγραφο 3 του άρθρου 6, η Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. του κοινοποιεί αντίγραφο της αίτησης και των συνοδευτικών εγγράφων σε ηλεκτρονική µορφή. Ο συντονιστής υποχρεούται να ειδοποιήσει αµέσως την Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. για την ανάληψη των καθηκόντων του, επιβεβαιώνοντας µε τον τρόπο αυτό την επίσηµη έναρξη της διαδικασίας. Στη συνέχεια, ο συντονιστής επιφορτίζεται µε τον έλεγχο της πληρότητας της αίτησης. Ο έλεγχος αυτός είναι τυπικός και καλύπτει τόσο το περιεχόµενο της αίτησης (π.χ. ελέγχεται εάν έχουν συµπληρωθεί όλα τα απαιτούµενα πεδία ή εάν έχει υποβληθεί συγκεκριµένη πρόταση ρύθµισης από τον οφειλέτη), όσο και τα συνοδευτικά έγγραφα (π.χ. ελέγχεται εάν έχουν προσκοµιστεί οι δηλώσεις εισοδήµατος και για τα πέντε (5) τελευταία φορολογικά έτη ή εάν οι καταστάσεις οφειλών προς τη φορολογική διοίκηση και τα ασφαλιστικά ταµεία έχουν εκδοθεί εντός των τελευταίων τριών µηνών από την υποβολή της αίτησης). Εάν διαπιστωθεί οποιαδήποτε έλλειψη, ο συντονιστής καλεί τον οφειλέτη να καταθέσει εντός πέντε (5) εργασίµων ηµερών τα έγγραφα που λείπουν ή να συµπληρώσει την αίτησή του. Η παρέλευση της ανωτέρω προθεσµίας χωρίς συµπλήρωση του φακέλου από τον οφειλέτη οδηγεί στην περαίωση της διαδικασίας και στη σύνταξη πρακτικού αποτυχίας από το συντονιστή, το οποίο αποστέλλεται ηλεκτρονικά στην Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. και στον αιτούντα, µε αποτέλεσµα η επιχείρηση να αποκλείεται οριστικά από τον εξωδικαστικό µηχανισµό ρύθµισης οφειλών του παρόντος σχεδίου νόµου. Για το λόγο αυτό, οι αιτούντες θα πρέπει να είναι εξαιρετικά επιµελείς και προσεκτικοί κατά την αρχική υποβολή της αίτησης και των συνοδευτικών εγγράφων, ώστε να µην στερηθούν τη δυνατότητα ρύθµισης των οφειλών τους για τυπικούς λόγους. Στη συνέχεια της παραγράφου 1 προβλέπεται ότι αµέσως µόλις ο συντονιστής διαπιστώσει την πληρότητα της αρχικής αίτησης ή την προσήκουσα συµπλήρωση του φακέλου, υποχρεούται να εκδώσει υπογεγραµµένη βεβαίωση σχετικά µε την πληρότητα της αίτησης και να την αποστείλει αυθηµερόν στην Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.. Η Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. πιστοποιεί ηλεκτρονικά την εκδοθείσα από το συντονιστή βεβαίωση και την κοινοποιεί επίσης αυθηµερόν στον οφειλέτη και στο συντονιστή. Αυτό το τελευταίο στάδιο της ηλεκτρονικής πιστοποίησης της πληρότητας της αίτησης έχει µεγάλη πρακτική σηµασία αφού ενεργοποιεί τη δυνατότητα τόσο της αποστολής προσκλήσεων από το συντονιστή προς τους πιστωτές, όσο και της αυτοδίκαιης αναστολής εκκρεµούσας διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης κατά τα προβλεπόµενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 13.

Στην παράγραφο 2 περιγράφεται η διαδικασία και το περιεχόµενο της ειδοποίησης των πιστωτών από το συντονιστή. Συγκεκριµένα, προβλέπεται ότι, εντός δύο (2) ηµερών από τη λήψη της αίτησης µε πλήρη φάκελο ή της συµπλήρωσης αυτής, ο συντονιστής κοινοποιεί σε όλους τους πιστωτές που περιέχονται στην κατάσταση που έχει καταθέσει ο οφειλέτης, κατά προτεραιότητα ηλεκτρονικά ή, στην περίπτωση που δεν είναι δυνατή η επικοινωνία µε ηλεκτρονικά µέσα, µε έναν από τους λοιπούς προβλεπόµενους τρόπους, απόσπασµα της αίτησης. Το απόσπασµα αυτό περιλαµβάνει τα πλήρη στοιχεία της επιχείρησης, αναφορά στον κύκλο εργασιών της κατά την τελευταία χρήση και στις συνολικές υποχρεώσεις της, περιγραφή της δραστηριότητάς της, της οικονοµικής της κατάστασης, των λόγων της οικονοµικής της αδυναµίας και των προοπτικών της, την πρόταση της επιχείρησης για τον τρόπο ρύθµισης των οφειλών της και τα στοιχεία που απαιτούνται για την αξιολόγηση της επιλεξιµότητάς της. Από τον κατάλογο των πιστωτών, των οφειλόµενων ποσών ανά πιστωτή και των συνοφειλετών που τυχόν ευθύνονται για ορισµένες απαιτήσεις, σε αυτό το αρχικό στάδιο κοινοποιούνται σε κάθε πιστωτή µόνο τα στοιχεία που τον αφορούν, καθώς και αναφορά στο ύψος των οφειλών του οφειλέτη ανά κατηγορία πιστωτών, δηλαδή ποσό συνολικής οφειλής προς χρηµατοδοτικούς φορείς, ποσό συνολικής οφειλής προς το Δηµόσιο, ποσό συνολικής οφειλής προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και ποσό συνολικής οφειλής προς λοιπούς πιστωτές. Με τον τρόπο αυτό, οι πιστωτές που καλούνται να συµµετάσχουν στη διαδικασία έχουν στη διάθεσή τους επαρκή στοιχεία για να αξιολογήσουν εάν ενδιαφέρονται να διαπραγµατευτούν µία συµφωνία ρύθµισης οφειλών µε την αιτούσα επιχείρηση, ενώ συγχρόνως διασφαλίζεται ότι οι µη συµµετέχοντες πιστωτές δεν θα αποκτήσουν πρόσβαση σε πληροφορίες που είναι χρήσιµες µόνο κατά τη διαδικασία διαπραγµάτευσης (π.χ. τα πλήρη στοιχεία των πιστωτών της επιχείρησης). Επίησς, προβλέπεται ότι µαζί µε το απόσπασµα της αίτησης, κοινοποιείται στους πιστωτές και πρόσκληση συµµετοχής στη διαδικασία, καθώς και υπόδειγµα έντυπης δήλωσης εµπιστευτικότητας. Από την παραπάνω κοινοποίηση εξαιρούνται οι µικροί πιστωτές κατά τα οριζόµενα στην παράγραφο 6 του άρθρου 2, οι οποίοι ούτε συµµετέχουν στη διαδικασία διαπραγµάτευσης, ούτε δεσµεύονται από τη σύµβαση αναδιάρθρωσης οφειλών που ενδεχοµένως θα συναφθεί µεταξύ των υπόλοιπων πιστωτών και της επιχείρησης.

Στην παράγραφο 3 καθορίζεται η διαδικασία που πρέπει να ακολουθήσει ο συντονιστής σε περίπτωση µη συνυποβολής αίτησης από έναν ή περισσότερους συνοφειλέτες του οφειλέτη, ώστε να διαπιστωθεί εάν υπάρχει η απαιτούµενη συναίνεση για την εκκίνηση της διαδικασίας κατά τα προβλεπόµενα στην παράγραφο 3 του άρθρου 4. Συγκεκριµένα, ορίζεται ότι ο συντονιστής, εφόσον διαπιστώσει ότι ένας ή περισσότεροι από τους συνοφειλέτες της επιχείρησης δεν έχει υποβάλει αίτηση, πριν την κοινοποίηση του αποσπάσµατος της αίτησης και της πρόσκλησης συµµετοχής στους υπόλοιπους πιστωτές, ειδοποιεί τον πιστωτή ή τους πιστωτές έναντι των οποίων ευθύνονται οι συνοφειλέτες που δεν συνυπέβαλαν αίτηση και τους καλεί εντός πέντε (5) ηµερών να δηλώσουν εάν συναινούν στην έναρξη της διαδικασίας εξωδικαστικής ρύθµισης οφειλών. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι υπάρχει η απαιτούµενη συναίνεση από τους εν λόγω πιστωτές, η διαδικασία ξεκινά κανονικά µε τις κοινοποιήσεις της παραγράφου 2. Στην αντίθετη περίπτωση, δηλαδή εάν δεν συναινέσει ο πιστωτής έναντι του οποίου ευθύνεται ο συνοφειλέτης ή οι πιστωτές µε την πλειοψηφία των απαιτήσεων για τις οποίες ευθύνεται ο συνοφειλέτης, ακολουθείται η εξής διαδικασία: Αρχικά ο συντονιστής ενηµερώνει τον οφειλέτη για το γεγονός της µη συναίνεσης των πιστωτών και τον καλεί να τροποποιήσει την πρότασή του για τη ρύθµιση των οφειλών του, λαµβάνοντας υπόψη τις συνέπειες της µη συµµετοχής των συγκεκριµένων πιστωτών στη διαδικασία, δηλαδή ότι οι απαιτήσεις τους δεν µπορούν να ρυθµισθούν µε τη σύµβαση αναδιάρθρωσης οφειλών και ότι κατά συνέπεια πρέπει να εξοφληθούν µε τον τρόπο και κατά το χρόνο που έχει ήδη συµφωνηθεί. Στη συνέχεια, ο συντονιστής κοινοποιεί στους υπόλοιπους πιστωτές το απόσπασµα της τροποποιηµένης κατά τα παραπάνω αίτησης και πρόσκληση συµµετοχής στη διαδικασία, ενηµερώνοντάς τους µε χωριστή ειδοποίηση για τη µη συµµετοχή στη διαδικασία του πιστωτή ή των πιστωτών έναντι των οποίων ευθύνονται οι συνοφειλέτες που δεν συνυπέβαλαν αίτηση, το ύψος των οφειλών του οφειλέτη έναντι των πιστωτών αυτών και την αδυναµία ρύθµισης των οφειλών αυτών µε τη σύµβαση αναδιάρθρωσης οφειλών. Με τον τρόπο αυτό οι υπόλοιποι πιστωτές θα είναι σε θέση να σταθµίσουν εάν είναι προς το συµφέρον τους να ρυθµίσουν, παρ’ όλα αυτά, τις απαιτήσεις τους (όπως π.χ. σε περιπτώσεις που οι µη συναινούντες πιστωτές έχουν µικρές απαιτήσεις) ή εάν η µη δέσµευση των µη συναινούντων κατά τα παραπάνω πιστωτών από τη σύµβαση που ενδεχοµένως θα συναφθεί είναι ανασταλτικός παράγοντας για τη συµµετοχή και των ίδιων στη διαδικασία διαπραγµάτευσης.

Στην παράγραφο 4 προβλέπεται ότι για λόγους διαχείρισης του φόρτου εργασίας των συντονιστών και των εκπροσώπων των πιστωτών του δηµόσιου τοµέα και των χρηµατοδοτικών φορέων, µε απόφαση του Ειδικού Γραµµατέα Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους που δηµοσιεύεται στην ιστοσελίδα της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ., δύναται να αναστέλλεται η διαδικασία της κοινοποίησης του αποσπάσµατος της αίτησης στους πιστωτές για χρονικό διάστηµα που ορίζεται στην απόφαση και υπολογίζεται από την υποβολή της αίτησης. Με αυτόν τον τρόπο θα µπορούν να αντιµετωπίζονται, άµεσα και εκ των ενόντων, προβλήµατα διαχείρισης που ενδέχεται να προκύψουν από την υποβολή µεγάλου αριθµού αιτήσεων σε άτακτα χρονικά διαστήµατα και από τη συνακόλουθη αδυναµία των εµπλεκοµένων στη διαδικασία µερών να ανταποκριθούν στις αυστηρά οριοθετηµένες προθεσµίες του παρόντος σχεδίου νόµου.

Στην παράγραφο 5 προβλέπεται υποχρέωση των χρηµατοδοτικών φορέων και των πιστωτών του δηµόσιου τοµέα να δηλώσουν στην Ε.Γ.Δ.Ι.Χ., εντός τριάντα (30) ηµερών από τη δηµοσίευση του παρόντος στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως, διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδροµείου, στην οποία θα γίνονται από τους συντονιστές όλες οι σχετικές µε τη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθµισης οφειλών κοινοποιήσεις. Η χρησιµότητα της εν λόγω δήλωσης είναι αδιαµφισβήτητη, ιδίως για την περίπτωση κατάθεσης των αιτήσεων στις Διευθύνσεις Ανάπτυξης των Περιφερειακών Ενοτήτων, κατά τα προβλεπόµενα στην παράγραφο 6 του άρθρου 4, οπότε και η διαδικασία θα διεκπεραιώνεται ηλεκτρονικά, αλλά χωρίς τη χρήση της ειδικής ηλεκτρονικής πλατφόρµας του άρθρου 16.

Άρθρο 8 – Διαδικασία διαπραγµάτευσης Υποχρεώσεις εχεµύθειας και ειλικρίνειας

Στο άρθρο 8 οριοθετείται και περιγράφεται λεπτοµερώς η διαδικασία της διαπραγµάτευσης από το στάδιο της δήλωσης συµµετοχής των πιστωτών έως και τη σύναψη της σύµβασης αναδιάρθρωσης οφειλών. Οι προθεσµίες που τίθενται µε τις επιµέρους διατάξεις είναι δεσµευτικές, αλλά η δυνατότητα παράτασής τους αφήνει το περιθώριο ευελιξίας που είναι απαραίτητο για µία, κατά κανόνα, συναινετική διαδικασία. Ειδικότερα, στην παράγραφο 1 ορίζεται προθεσµία δέκα (10) ηµερών από την ηµεροµηνία κοινοποίησης της πρόσκλησης στους πιστωτές για την αποστολή στο συντονιστή δήλωσης των πιστωτών για την πρόθεσή τους να συµµετέχουν στη διαδικασία. Η δήλωση αυτή αποστέλλεται ηλεκτρονικά στη διεύθυνση που έχει κοινοποιήσει ο συντονιστής στους πιστωτές και συνοδεύεται από τη δήλωση εµπιστευτικότητας και από ενηµέρωση για το ποσό της συνολικής απαίτησης κάθε πιστωτή, όπως αυτό έχει διαµορφωθεί κατά την ηµεροµηνία υποβολής της αίτησης από τον οφειλέτη. Με τον τρόπο αυτό πραγµατοποιείται εκ των προτέρων η επαλήθευση των απαιτήσεων των πιστωτών και δίνεται η δυνατότητα να επιλυθούν τυχόν διαφωνίες σε ένα πολύ πρώιµο στάδιο της διαδικασίας και πριν ξεκινήσει η ουσιαστική διαπραγµάτευση. Στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 προβλέπεται µία επιπλέον υποχρέωση για τους πιστωτές που είναι νοµικά πρόσωπα, καθώς οι τελευταίοι δηλώνουν στο συντονιστή και το φυσικό πρόσωπο που είναι εξουσιοδοτηµένο να τους εκπροσωπήσει στη διαδικασία, υποβάλλοντας συγχρόνως τα αντίστοιχα νοµιµοποιητικά έγγραφα.

Στην παράγραφο 2 περιγράφεται ένα από τα κρισιµότερα στάδια της διαδικασίας, δηλαδή ο έλεγχος της συγκέντρωσης του απαιτούµενου ποσοστού απαρτίας συµµετεχόντων πιστωτών από το συντονιστή, που θα καθορίσει εάν η διαδικασία διαπραγµάτευσης θα συνεχιστεί ή θα περαιωθεί ως άκαρπη. Συγκεκριµένα, προβλέπεται ότι κατά τη λήξη της προθεσµίας των δέκα (10) ηµερών της παραγράφου 1 ο συντονιστής ελέγχει εάν συγκεντρώθηκε το απαιτούµενο ποσοστό απαρτίας συµµετεχόντων πιστωτών, δηλαδή εάν έχουν ανταποκριθεί θετικά στην πρόσκληση συµµετοχής στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθµισης οφειλών πιστωτές που εκπροσωπούν τουλάχιστον το πενήντα τοις εκατό (50%) του συνολικού χρέους του οφειλέτη. Κατά τον υπολογισµό του ποσοστού αυτού δεν προσµετρώνται οι απαιτήσεις των µικρών πιστωτών της παραγράφου 6 του άρθρου 2, οι απαιτήσεις προσώπων συνδεδεµένων µε τον οφειλέτη, οι απαιτήσεις από ανακτήσεις κρατικών ενισχύσεων, οι απαιτήσεις πιστωτών που δεν συναινούν στην εκκίνηση της διαδικασίας λόγω της µη συµµετοχής συνοφειλέτη που ευθύνεται απέναντί τους, καθώς και απαιτήσεις γεννηµένες µετά την 31η Δεκεµβρίου 2016. Σε περίπτωση διαπίστωσης έλλειψης απαρτίας, ο συντονιστής συντάσσει πρακτικό αποτυχίας της διαδικασίας το οποίο αποστέλλει ηλεκτρονικά στην Ε.Γ.Δ.Ι.Χ., στον αιτούντα και στους πιστωτές. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η επιχείρηση δεν δικαιούται να επανυποβάλει αίτηση, ενώ αίρεται αυτοδίκαια και η αναστολή καταδιωκτικών µέτρων του άρθρου 13.

Στην παράγραφο 3 προβλέπεται ότι σε περίπτωση που διαπιστωθεί η ύπαρξη απαρτίας, ο συντονιστής κοινοποιεί σε όλους τους συµµετέχοντες πιστωτές το πλήρες περιεχόµενο της αίτησης και τα συνοδευτικά της αίτησης έγγραφα και δικαιολογητικά. Περαιτέρω, και αποκλειστικά για την περίπτωση οφειλέτη που ανήκει στην κατηγορία της µικρής επιχείρησης, τάσσεται µία σύντοµη προθεσµία πέντε (5) ηµερών για την υποβολή αιτήµατος για τον διορισµό εµπειρογνώµονα κατά τα ειδικότερα προβλεπόµενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 11. Τέλος, ορίζεται ότι ο συντονιστής ενηµερώνει και τον οφειλέτη για την έναρξη της διαδικασίας διαπραγµάτευσης.

Στην παράγραφο 4 περιγράφονται τα επόµενα βήµατα της διαδικασίας, ανάλογα µε το εάν ο οφειλέτης υπάγεται στην κατηγορία της µικρής ή της µεγάλης επιχείρησης και µε το εάν στην πρώτη περίπτωση υποβλήθηκε αίτηµα για διορισµό εµπειρογνώµονα. Ειδικότερα, σε περίπτωση της µικρής επιχείρησης, εάν παρέλθει άπρακτη η πενθήµερη προθεσµία της παραγράφου 1, ο συντονιστής τάσσει νέα προθεσµία ενός (1) µηνός για την αποστολή αντιπροτάσεων από τους πιστωτές, µε δεδοµένο ότι ήδη η πρόταση του οφειλέτη έχει συµπεριληφθεί στην αίτηση υπαγωγής στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθµισης οφειλών. Σε περίπτωση υποβολής αιτήµατος διορισµού εµπειρογνώµονα για την αξιολόγηση της βιωσιµότητας µικρής επιχείρησης ή και για την εκπόνηση σχεδίου σύµβασης αναδιάρθρωσης οφειλών, τάσσεται η ίδια προθεσµία του ενός (1) µηνός για την επιλογή του εµπειρογνώµονα µε απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας των πιστωτών. Στις περιπτώσεις µεγάλης επιχείρησης, οπότε και ο διορισµός εµπειρογνώµονα είναι υποχρεωτικός, η προθεσµία του ενός (1) µηνός τάσσεται εξ αρχής για την ολοκλήρωση της διαδικασίας επιλογής εµπειρογνώµονα µε κοινή απόφαση του οφειλέτη και της απόλυτης πλειοψηφίας των συµµετεχόντων πιστωτών.

Στην παράγραφο 5 περιγράφεται το υποχρεωτικό περιεχόµενο της αντιπρότασης που δικαιούται να υποβάλει οποιοσδήποτε πιστωτής εντός της προθεσµίας της παραγράφου 4. Το ελάχιστο αυτό περιεχόµενο πρέπει να περιλαµβάνεται και στις αντιπροτάσεις των πιστωτών που κατατίθενται µετά την υποβολή της έκθεσης του εµπειρογνώµονα. Σκοπός της διάταξης αυτής είναι να µην κατατίθενται ατελείς ή ανεπίδεκτες αξιολόγησης από τον οφειλέτη και τους λοιπούς πιστωτές αντιπροτάσεις, µε απώτερο στόχο την επιτάχυνση της διαδικασίας από το στάδιο της υποβολής των αντιπροτάσεων αυτών µέχρι τη θέση τους σε ψηφοφορία από τους πιστωτές, κατόπιν της εγκρίσεώς τους από τον οφειλέτη. Ειδικότερα, οι αντιπροτάσεις πρέπει κατ’ ελάχιστον να περιέχουν βασικά συµπεράσµατα σχετικά µε τη βιωσιµότητα της επιχείρησης του οφειλέτη, δηλαδή µε ποιον τρόπο και κατά ποσό η αντιπρόταση που υποβάλλεται συµβάλλει στη βασική στόχευση του παρόντος σχεδίου νόµου που είναι η διάσωση βιώσιµων επιχειρήσεων στην παρούσα οικονοµική συγκυρία και η διατήρηση της βιωσιµότητάς τους στο µέλλον. Για την διευκόλυνση της περαιτέρω διαδικασίας, η αντιπρόταση που υποβάλλει πιστωτής θα πρέπει να περιλαµβάνει πίνακα κατάταξης πιστωτών µε αναφορά στο συνολικό ποσό που πρέπει να πληρωθεί σε κάθε πιστωτή µε τη σύµβαση αναδιάρθρωσης οφειλών, εφαρµόζοντας τόσο τους υποχρεωτικούς κανόνες διανοµής του άρθρου 9, όσο και τους ειδικούς όρους που τίθενται στο άρθρο 15 για την ρύθµιση των απαιτήσεων του Δηµοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης. Επιπλέον, σε περίπτωση που ο πιστωτής αµφισβητεί την αξία ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη και των συνοφειλετών, όπως έχει δηλωθεί από αυτούς κατά την υποβολή της αίτησης, ή την ικανότητα αποπληρωµής τους σε µηνιαία ή ετήσια βάση, υποχρεούται να αναφέρει και να τεκµηριώσει στην αντιπρότασή του τους δικούς του υπολογισµούς για την εκτίµηση των ανωτέρω, ήτοι της αξίας ρευστοποίησης της περιουσίας και της ικανότητας αποπληρωµής του οφειλέτη και των συνοφειλετών.

Στην παράγραφο 6 περιγράφονται αναλυτικά τα επόµενα στάδια της διαδικασίας από την κοινοποίηση των αντιπροτάσεων των πιστωτών στους λοιπούς πιστωτές και τον οφειλέτη έως το πέρας των ψηφοφοριών επί των εγκριθεισών από τον οφειλέτη προτάσεων. Ειδικότερα, προβλέπεται ότι οι αντιπροτάσεις των πιστωτών κοινοποιούνται στους λοιπούς συµµετέχοντες πιστωτές και τον οφειλέτη, οι οποίοι έχουν το δικαίωµα να προτείνουν συγκεκριµένες τροποποιήσεις εντός προθεσµίας δεκαπέντε (15) ηµερών. Στη συνέχεια και µετά τη λήξη της παραπάνω προθεσµίας, ο οφειλέτης εξετάζει όλες τις αντιπροτάσεις όπως ενδεχοµένως τροποποιήθηκαν και εντός δέκα (10) ηµερών δηλώνει εάν αποδέχεται µία ή περισσότερες από αυτές. Οι εγκριθείσες από τον οφειλέτη αντιπροτάσεις τίθενται ταυτόχρονα σε ψηφοφορία από τους συµµετέχοντες πιστωτές και εάν καµία από αυτές δεν συγκεντρώσει το απαιτούµενο ποσοστό πλειοψηφίας των τριών πέµπτων (3/5) των συµµετεχόντων πιστωτών (στους οποίους υποχρεωτικά πρέπει να συµπεριλαµβάνεται ποσοστό δύο πέµπτων (2/5) των συµµετεχόντων πιστωτών µε ειδικό προνόµιο) ακολουθείται νέα διαδικασία ψηφοφορίας, ανάλογα µε τον αριθµό των αντιπροτάσεων που έχουν εγκριθεί από τον οφειλέτη. Ειδικότερα, σε περίπτωση που οι αντιπροτάσεις που εγκρίθηκαν από τον οφειλέτη και τέθηκαν ταυτόχρονα σε ψηφοφορία υπερβαίνουν τις δύο (2), µετά το πέρας της πρώτης (άκαρπης κατά τα παραπάνω) ψηφοφορίας, οι δύο αντιπροτάσεις που συγκέντρωσαν το µεγαλύτερο ποσοστό ψήφων τίθενται εκ νέου σε ψηφοφορία. Εάν κατά τη δεύτερη αυτή ψηφοφορία καµία από τις δύο αντιπροτάσεις δεν συγκεντρώσει το απαιτούµενο ποσοστό πλειοψηφίας κατά τα παραπάνω, η µία (1) πλέον αντιπρόταση που συγκέντρωσε το µεγαλύτερο ποσοστό ψήφων στη δεύτερη ψηφοφορία τίθεται µόνη της σε νέα ψηφοφορία. Η ίδια ακριβώς διαδικασία ακολουθείται και σε περίπτωση που εξ αρχής τέθηκαν σε ψηφοφορία µόνο δύο αντιπροτάσεις. Αυτονόητο είναι ότι εάν και στην ψηφοφορία κατά την οποία τίθεται µόνο µία αντιπρόταση προς ψήφιση (είτε αυτή είναι η πρώτη κατά σειρά ψηφοφορία, επειδή µόνο µία αντιπρόταση εγκρίθηκε από τον οφειλέτη, είτε η δεύτερη, στην περίπτωση που ο οφειλέτης ενέκρινε δύο αντιπροτάσεις ή η τρίτη στις σπάνιες περιπτώσεις υποβολής και έγκρισης περισσοτέρων των δύο αντιπροτάσεων) δεν συγκεντρώνεται το απαιτούµενο ποσοστό πλειοψηφίας, η διαδικασία περατώνεται ως άκαρπη, όπως άλλωστε προβλέπεται ρητά και στην παράγραφο 9. Στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 6 ρυθµίζεται η διαδικασία σε περιπτώσεις που είτε δεν υποβλήθηκαν αντιπροτάσεις από τους πιστωτές, είτε δεν εγκρίθηκαν οι υποβληθείσες αντιπροτάσεις ή το σχέδιο αναδιάρθρωσης οφειλών του εµπειρογνώµονα από τον οφειλέτη. Για αυτές τις τελευταίες περιπτώσεις προβλέπεται µία διαδικασία ψηφοφορίας, κατά την οποία τίθεται προς ψήφιση από τους συµµετέχοντες πιστωτές η αρχική πρόταση του ίδιου του οφειλέτη, αναφορικά µε τη ρύθµιση των οφειλών του.

Η παράγραφος 7 παραπέµπει στις µεγαλύτερες προθεσµίες της παραγράφου 3 του άρθρου 11 για τη λήψη απόφασης επί του σχεδίου αναδιάρθρωσης του εµπειρογνώµονα ή για την αποστολή αντιπροτάσεων από τους πιστωτές στις περιπτώσεις των µεγάλων επιχειρήσεων, όπου προβλέπεται υποχρεωτικός διορισµός εµπειρογνώµονα για την εκπόνηση µελέτης βιωσιµότητας και σχεδίου σύµβασης αναδιάρθρωσης οφειλών.

Στην παράγραφο 8 ορίζεται το ποσοστό πλειοψηφίας συµµετεχόντων πιστωτών που απαιτείται για την έγκριση πρότασης ή αντιπρότασης αναδιάρθρωσης οφειλών, µε την οποία έχει ήδη συµφωνήσει ο οφειλέτης. Ειδικότερα, προβλέπεται ότι απαιτείται πλειοψηφία των τριών πέµπτων (3/5) των συµµετεχόντων πιστωτών, στους οποίους πρέπει να συµπεριλαµβάνεται ποσοστό δύο πέµπτων (2/5) των συµµετεχόντων πιστωτών µε ειδικό προνόµιο. Οι πλειοψηφίες αυτές συνδέονται µε ποσοστό απαιτήσεων επί του συνολικού χρέους της επιχείρησης και όχι µε τον αριθµό των συµµετεχόντων πιστωτών, όπως ρητά ορίζεται στις περιπτώσεις ζ΄ και η΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 1. Εφόσον συγκεντρωθούν τα απαιτούµενα κατά τα παραπάνω ποσοστά, συντάσσεται σύµβαση αναδιάρθρωσης οφειλών που υπογράφεται µε επιµέλεια του συντονιστή από τους πιστωτές που ψήφισαν υπέρ της πρότασης και από τον οφειλέτη. Για λόγους διευκόλυνσης της διαδικασίας, προβλέπεται η δυνατότητα υπογραφής της σύµβασης µε µηχανικό µέσο ή ηλεκτρονικό τρόπο. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 8 ορίζει ότι ο συντονιστής αποστέλλει αντίγραφο της υπογεγραµµένης σύµβασης σε όλους τους συµµετέχοντες πιστωτές και στον οφειλέτη.

Στην παράγραφο 9 προβλέπεται η σύνταξη πρακτικού αποτυχίας της διαδικασίας από το συντονιστή, στις περιπτώσεις που καµία πρόταση ή αντιπρόταση δεν συγκεντρώσει τα απαιτούµενα ποσοστά πλειοψηφίας για την έγκρισή της. Αντίγραφο του πρακτικού αποστέλλεται ηλεκτρονικά από το συντονιστή στην αιτούσα επιχείρηση και τους πιστωτές. Ο οφειλέτης δεν έχει δικαίωµα να υποβάλει νέα αίτηση υπαγωγής στη διαδικασία και συγχρόνως παύει αυτοδίκαια και στην περίπτωση αυτή η αναστολή καταδιωκτικών µέτρων του άρθρου 13.

Στην παράγραφο 10 προβλέπεται το δικαίωµα υποβολής ενστάσεων από τους συµµετέχοντες πιστωτές που καταψήφισαν πρόταση αναδιάρθρωσης οφειλών, η οποία αποκτά δεσµευτική ισχύ και για αυτούς µετά την έγκρισή της από την πλειοψηφία των πιστωτών. Οι πιστωτές της µειοψηφίας δύνανται να υποβάλουν εγγράφως στο συντονιστή οποιαδήποτε ένσταση που αφορά στη µη ορθή τήρηση της διαδικασίας. Το περιεχόµενο των ενστάσεών τους δεν εξετάζεται από το συντονιστή, αλλά αυτές τίθενται υπ’ όψιν του αρµόδιου για την επικύρωση της σύβασης αναδιάρθρωσης δικαστηρίου. Για το λόγο αυτό, προβλέπεται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 10 η υποχρέωση του συντονιστή να φυλάσσει τα αντίγραφα των ενστάσεων και να χορηγεί αντίγραφά τους σε οιονδήποτε θεµελιώνει έννοµο συµφέρον.

Στην παράγραφο 11 προβλέπεται το δικαίωµα των συµµετεχόντων πιστωτών να ζητήσουν σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας πρόσθετα έγγραφα και στοιχεία από τον οφειλέτη, µε την προϋπόθεση αυτά να σχετίζονται µε την διαπραγµάτευση της σύµβασης αναδιάρθρωσης οφειλών. Σκοπός της διάταξης είναι η διευκόλυνση της διαπραγµάτευσης, καθώς θα υπάρχουν περιπτώσεις που τα συνυποβληθέντα µε την αίτηση έγγραφα και δικαιολογητικά δεν θα επαρκούν για την αξιολόγηση είτε της βιωσιµότητας είτε της ικανότητας αποπληρωµής της επιχείρησης. Στη συνέχεια ορίζονται οι περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οφειλέτης δύναται να αρνηθεί την παροχή πρόσθετων εγγράφων και στοιχείων. Αυτό µπορεί να συµβεί µόνο όταν το σχετικό αίτηµα το υποβάλλει πιστωτής ή πιστωτές µε ποσοστό απαιτήσεων επί του συνολικού χρέους του οφειλέτη µικρότερο του 25% και ο λόγος της άρνησης βασίζεται στον κίνδυνο αποκάλυψης επιχειρηµατικών απορρήτων και στη συνακόλουθη ουσιώδη βλάβη της επιχείρησης από την αποκάλυψη αυτή. Αυτό σηµαίνει ότι η επιχείρηση είναι πάντα υποχρεωµένη να χορηγήσει πρόσθετα στοιχεία και έγγραφα, όταν το σχετικό αίτηµα υποβάλλεται από περισσότερους πιστωτές ή όταν δεν τίθεται ζήτηµα προστασίας επιχειρηµατικού απορρήτου, µε µόνη προϋπόθεση τα στοιχεία που ζητούνται να µην είναι άσχετα µε τη διαδικασία διαπραγµάτευσης. Στα τελευταία δύο εδάφια της παραγράφου προβλέπεται ο τρόπος επίλυσης διαφωνιών για τις περιπτώσεις που ο οφειλέτης έχει δικαίωµα να αρνηθεί τη χορήγηση πρόσθετων στοιχείων. Συγκεκριµένα, ορίζεται ότι η πλειοψηφία του 60% των συµµετεχόντων πιστωτών αποφασίζει επί της βασιµότητας της άρνησης του οφειλέτη. Εάν µε απόφαση της ανωτέρω πλειοψηφίας κριθεί ότι τα ζητούµενα στοιχεία πρέπει να προσκοµισθούν και υπάρξει εκ νέου άρνηση της επιχείρησης για τη χορήγησή τους, η διαδικασία θεωρείται περαιωθείσα ως άκαρπη και ο συντονιστής συντάσσει πρακτικό αποτυχίας της διαδικασίας.

Στην παράγραφο 12 περιγράφεται ο τρόπος διενέργειας της διαδικασίας εξωδικαστικής ρύθµισης οφειλών όσον αφορά στην επικοινωνία και στην ανταλλαγή εγγράφων µεταξύ των εµπλεκοµένων στη διαδικασία µερών. Προκρίνεται ως τρόπος επικοινωνίας η ανταλλαγή ηλεκτρονικής ή άλλου τύπου αλληλογραφίας ή η τηλεφωνική ή άλλη επικοινωνία µεταξύ του συντονιστή, του οφειλέτη και των πιστωτών και διευκρινίζεται ότι δεν απαιτείται ο ορισµός συνάντησης µε φυσική παρουσία των συµµετεχόντων. Στη συνέχεια προβλέπονται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία ορισµού φυσικής συνάντησης. Συγκεκριµένα, ορίζεται ότι πιστωτές που εκπροσωπούν τουλάχιστον το 1/3 του συνόλου των απαιτήσεων των συµµετεχόντων πιστωτών µπορούν να ζητήσουν από το συντονιστή ορισµό συνάντησης σε τόπο και χρόνο που περιλαµβάνεται στο αίτηµά τους. Στην περίπτωση αυτή, ο συντονιστής καλεί τους πιστωτές και την επιχείρηση σε συνάντηση και σε περίπτωση που η διαπραγµάτευση δεν ολοκληρωθεί δύναται να ορίσει µία η περισσότερες επαναληπτικές συναντήσεις.

Στην παράγραφο 13 περιγράφονται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία επιµήκυνσης των προθεσµιών της διαδικασίας και αναβολής της τυχόν ορισθείσας συνάντησης µε φυσική παρουσία των συµµετεχόντων. Ειδικότερα, όλες οι προθεσµίες του άρθρου 8, καθώς και οι αντίστοιχες προθεσµίες που προβλέπονται για τις µεγάλες επιχειρήσεις στην παράγραφο 3 του άρθρου 11, παρατείνονται για χρονικό διάστηµα που δεν µπορεί να υπερβαίνει τον αρχικό χρόνο της κάθε προθεσµίας, όταν: (α) υποβάλλει σχετικό αίτηµα πιστωτής, ο οποίος ζητά συµπληρωµατικά έγγραφα, και συναινεί στο αίτηµά του τουλάχιστον το ένα τρίτο (1/3) των συµµετεχόντων πιστωτών, ή (β) υποβάλλει σχετικό αίτηµα οποιοσδήποτε συµµετέχων στη διαδικασία και συναινεί σε αυτό η πλειοψηφία των συµµετεχόντων πιστωτών, ή, τέλος, υποβάλλει σχετικό αίτηµα το Δηµόσιο σε περιπτώσεις που δεν έχουν υποβληθεί αντιπροτάσεις από πιστωτικά ιδρύµατα ή δεν έχει διοριστεί εµπειρογνώµονας για να εκπονήσει µελέτη βιωσιµότητας ή και σχέδιο αναδιάρθρωσης οφειλών. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, είναι αυτονόητο ότι το αίτηµα του Δηµοσίου µπορεί να υποβληθεί µόνο για την παράταση της δεκαπενθήµερης προθεσµίας που προβλέπεται για την αξιολόγηση των αντιπροτάσεων που υπέβαλαν οι υπόλοιποι πιστωτές. Όταν υποβάλλονται περισσότερα αιτήµατα για την παράταση της ίδιας προθεσµίας, ο συνολικός χρόνος της παράτασης δεν µπορεί και πάλι να υπερβεί τον χρόνο της αρχικής προθεσµίας. Στην περίπτωση αιτήµατος αναβολής ορισθείσας συνάντησης, το οποίο υποβάλλεται υπό τις ίδιες ως άνω προϋποθέσεις, ο συντονιστής ορίζει νέα συνάντηση υποχρεωτικά εντός πέντε (5) εργάσιµων ηµερών. Στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου προβλέπεται ότι ο συντονιστής ενηµερώνει τον οφειλέτη και τους συµµετέχοντες πιστωτές για την παράταση προθεσµίας και την αναβολή συνάντησης µε την αποστολή σχετικής ειδοποίησης.

Στην παράγραφο 14 προβλέπεται, αποκλειστικά για τις περιπτώσεις οφειλετών που ανήκουν στην κατηγορία της µεγάλης επιχείρησης, το δικαίωµα της απόλυτης πλειοψηφίας των συµµετεχόντων πιστωτών να αντικαταστήσουν µε απόφασή τους το συντονιστή που διορίστηκε µε την αυτοµατοποιηµένη διαδικασία του άρθρου 6 µε άλλο συντονιστή από το µητρώο, καθώς και να ορίσουν άλλο πρόσωπο που δεν είναι εγγεγραµµένο στο µητρώο συντονιστών για να συνεπικουρεί το νέο συντονιστή στα καθήκοντά του.

Στην παράγραφο 15 διευκρινίζεται ότι η εκπροσώπηση του οφειλέτη ή κάθε συµµετέχοντος πιστωτή από δικηγόρο στη διαδικασία είναι προαιρετική, ώστε να αποφευχθεί οποιαδήποτε σχετική αµφισβήτηση ή διαφορετική ερµηνεία στο µέλλον. Αυτονόητο είναι ότι εάν η επιχείρηση ή οποιοσδήποτε πιστωτής επιθυµεί να παρασταθεί στη διαδικασία δια ή µετά πληρεξούσιου δικηγόρου, δύναται να το κάνει.

Στην παράγραφο 16 περιγράφεται το περιεχόµενο του πρακτικού περαίωσης της διαδικασίας που συντάσσει ο συντονιστής. Το πρακτικό αυτό περιέχει υποχρεωτικά αναφορές στην ύπαρξη απαρτίας συµµετεχόντων πιστωτών, σε τυχόν πρόσθετα έγγραφα και στοιχεία που χορηγήθηκαν από τον οφειλέτη στους συµµετέχοντες πιστωτές, στη σύµφωνη γνώµη του οφειλέτη στα σχέδια σύµβασης αναδιάρθρωσης οφειλών που τέθηκαν σε ψηφοφορία, στα σχέδια σύµβασης αναδιάρθρωσης οφειλών που τέθηκαν σε ψηφοφορία, στα ποσοστά πλειοψηφίας για την λήψη απόφασης από τους συµµετέχοντες πιστωτές σχετικά µε την έγκριση συµβάσεως αναδιάρθρωσης οφειλών και σε τυχόν ενστάσεις συµµετεχόντων πιστωτών που καταψήφισαν. Πέραν των παραπάνω, ο συντονιστής βεβαιώνει στο πρακτικό του ότι κατά την διαδικασία διαπραγµάτευσης τηρήθηκαν οι διατάξεις του παρόντος σχεδίου νόµου και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού κανονιστικών πράξεων. Στη συνέχεια, το πρακτικό υπογράφεται από το συντονιστή και αποστέλλεται ηλεκτρονικά στον οφειλέτη και τους συµµετέχοντες πιστωτές, Το πρακτικό φυλάσσεται από το συντονιστή, ώστε κάθε µέρος που µετείχε στην διαδικασία, καθώς και οποιοσδήποτε µη συµµετέχων πιστωτής ή συνοφειλέτης να µπορεί να λάβει αντίγραφο.

Στην παράγραφο 17 θεσπίζεται υποχρέωση εχεµύθειας για τον οφειλέτη, τους συµµετέχοντες πιστωτές, το συντονιστή και τον εµπειρογνώµονα, η οποία καλύπτει τόσο την ύπαρξη όσο και το περιεχόµενο των διαπραγµατεύσεων. Επίσης, θεσπίζεται για τον οφειλέτης και τους συµµετέχοντες πιστωτές υποχρέωση ειλικρίνειας και συµµετοχής στη διαδικασία µε καλή πίστη. Ρητά προβλέπεται ότι η απαγορεύεται δηµοσίευση και κάθε άλλη κοινοποίηση σε τρίτους εµπιστευτικών πληροφοριών ή πληροφοριών σχετικά µε τις διαπραγµατεύσεις χωρίς την προηγούµενη γραπτή συναίνεση του συνόλου των συµµετεχόντων στη διαπραγµάτευση. Ρητά, τέλος, ορίζεται ότι οι προτάσεις και οι αντιπροτάσεις ρύθµισης οφειλών που συντάσσονται στο πλαίσιο της εξωδικαστικής διαδικασίας ρύθµισης οφειλών δεν επιτρέπεται να χρησιµοποιηθούν σε άλλη διαδικασία ρύθµισης ή διεκδίκησης της οφειλής, εξωδικαστικής ή δικαστικής.

Άρθρο 9 – Υποχρεωτικοί κανόνες σύµβασης αναδιάρθρωσης οφειλών

Το άρθρο 9 απαριθµεί τους υποχρεωτικούς κανόνες που πρέπει να τηρούνται κατά την κατάρτιση και σύναψη της σύµβασης αναδιάρθρωσης οφειλών, µε κύριο σκοπό την αποτροπή βλάβης των συµφερόντων των πιστωτών που καταψήφισαν την υιοθετηθείσα από την πλειοψηφία πρόταση, αλλά και των πιστωτών που για οποιονδήποτε λόγο δεν συµµετείχαν στη διαδικασία ή τις ψηφοφορίες. κατ’ αρχάς, στην παράγραφο 1 περιλαµβάνεται ο γενικός κανόνας ελεύθερης διαµόρφωσης του περιεχοµένου της σύµβασης αναδιάρθρωσης οφειλών, υπό την έννοια ότι οι πιστωτές και ο οφειλέτης µπορούν να συµφωνήσουν να ρυθµίσουν τις οφειλές του τελευταίου µε οποιονδήποτε τρόπο και χωρίς κανέναν περιορισµό, εκτός φυσικά από τους ρητά αναφερόµενους στις διατάξεις του παρόντος σχεδίου νόµου. Ενδεικτικά, η επιχείρηση και οι πιστωτές της µπορούν να συµφωνήσουν, µεταξύ άλλων, τη µεταβολή του χρόνου εκπλήρωσης των απαιτήσεων και την εξόφλησή τους σε περισσότερες δόσεις, τη µείωση του επιτοκίου, την εξάρτηση καταβολής τόκων από το ύψος των κερδών της επιχείρησης, τη διαγραφή µέρους των απαιτήσεων, την κεφαλαιοποίηση των απαιτήσεων µε έκδοση µετοχών ή εταιρικών µεριδίων, την απονοµή περιόδου χάριτος στον οφειλέτη ή την εκποίηση επιµέρους περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη σε πιστωτή ή τρίτο πρόσωπο. Όλα τα παραπάνω ισχύουν µε την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 15, που θέτουν ειδικούς κανόνες για τη ρύθµιση των οφειλών προς το Δηµόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης. Στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 ορίζεται ρητά ότι τα δικαιώµατα των προνοµιούχων πιστωτών διατηρούνται υπέρ της απαίτησής τους, όπως αυτή διαµορφώνεται µε τη σύµβαση αναδιάρθρωσης οφειλών. Στην παράγραφο 2 απαριθµούνται οι τέσσερις βασικές εξαιρέσεις από τον κανόνα της ελεύθερης διαµόρφωσης του περιεχοµένου της σύµβασης αναδιάρθρωσης οφειλών. Η πρώτη εξαίρεση περιλαµβάνεται στην περίπτωση α΄ και σχετίζεται µε τη διεθνώς αναγνωρισµένη αρχή της µη χειροτέρευσης της θέσης των πιστωτών. Με βάση την αρχή αυτή, οι ρυθµίσεις της σύµβασης εξωδικαστικής αναδιάρθρωσης οφειλών δεν επιτρέπεται να φέρουν οποιονδήποτε πιστωτή σε χειρότερη οικονοµική θέση από αυτήν στην οποία θα βρισκόταν σε περίπτωση ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης µετά από διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης. Αυτό σηµαίνει ότι καλούνται σε εφαρµογή οι κανόνες του Κώδικα Πολιτικής Δικονοµίας για την κατάταξη των πιστωτών σε περίπτωση πλειστηριασµού κινητών ή ακίνητων περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη. Για παράδειγµα, µε βάση την ισχύουσα σήµερα διάταξη του άρθρου 977 του Κώδικα Πολιτικής Δικονοµίας, ένας µη εξασφαλισµένος πιστωτής, όταν υπάρχουν και εξασφαλισµένοι πιστωτές µε ειδικά και γενικά προνόµια, θα ικανοποιηθεί από το 10% του πλειστηριάσµατος που θα προκύψει από τη ρευστοποίηση ενός περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη. Εάν αυτό το 10% στο παρόν παράδειγµα εκτιµάται ότι ισούται µε χίλια (1.000) ευρώ, δεν επιτρέπεται να συµφωνηθεί µε όρο της σύµβασης ότι ο συγκεκριµένος πιστωτής θα λάβει µικρότερο ποσό έναντι της απαίτησής του. Για να υπολογιστεί, σε κάθε περίπτωση, η αξία ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης πρέπει αρχικά να εκτιµηθεί η εµπορική αξία τους, που σε µία υποθετική διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης θα λαµβανόταν ως βάση για την τιµή πρώτης προσφοράς σε πλειστηριασµό, και από αυτήν να αφαιρεθούν τα έξοδα που θα συνεπαγόταν η αναγκαστική εκποίησή τους. Στην περίπτωση β΄ διευρύνεται η αρχή της µη χειροτέρευσης των πιστωτών, ώστε να συµπεριλάβει και τα ποσά και άλλα τυχόν ανταλλάγµατα που θα ελάµβαναν οι πιστωτές σε περίπτωση ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων των συνοφειλετών που ευθύνονται απέναντί τους, καθώς και τρίτων προσώπων, σε περιουσιακά στοιχεία των οποίων έχει εγγραφεί εξασφάλιση υπέρ πιστωτή. Με τον τρόπο αυτό, εάν έναντι ενός συγκεκριµένου πιστωτή ευθύνεται εκτός από την ίδια την επιχείρηση και ορισµένος συνοφειλέτης (π.χ. ο εγγυητής δανειακής σύµβασης, ή ο διαχειριστής µίας εταιρείας περιορισµένης ευθύνης για τις ασφαλιστικές εισφορές των εργαζοµένων που οφείλει µία επιχείρηση) ή τρίτο πρόσωπο µε συγκεκριµένο περιουσιακό του στοιχείο κατά τα παραπάνω (π.χ. τρίτο πρόσωπο που χωρίς να έχει εγγυηθεί την οφειλή της επιχείρησης, έχει συναινέσει στην εγγραφή προσηµείωσης υποθήκης σε ακίνητο ιδιοκτησίας του για την εξασφάλιση της απαίτησης του πιστωτή) για την εφαρµογή της αρχής της µη χειροτέρευσης και κατά τον υπολογισµό του ποσού που θα λάµβανε ο συγκεκριµένος πιστωτής σε περίπτωση διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, θα συνυπολογιστεί και η αξία ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του συνοφειλέτη ή του συγκεκριµένου περιουσιακού στοιχείου του τρίτου προσώπου. Για παράδειγµα, εάν µία επιχείρηση είναι νοµικό πρόσωπο και ένα από τα δάνειά της το έχει εγγυηθεί ο βασικός της µέτοχος ή εταίρος, ο οποίος έχει στην ιδιοκτησία του ένα ακίνητο ελεύθερο βαρών και δεν έχει προσωπικούς πιστωτές, το πιστωτικό ίδρυµα που χορήγησε το εν λόγω δάνειο πρέπει να λάβει µε βάση τους όρους της σύµβασης αναδιάρθρωσης οφειλών τουλάχιστον την αξία ρευστοποίησης (εµπορική αξία µείον έξοδα εκτέλεσης) του ακινήτου του εγγυητή. Η περίπτωση γ΄ περιλαµβάνει την τρίτη εξαίρεση από τον γενικό κανόνα της ελεύθερης διαµόρφωσης του περιεχοµένου της σύµβασης, επιβάλλοντας την αρχή της σύµµετρης ικανοποίησης των πιστωτών από το ποσό που δύναται να αποπληρώσει ο οφειλέτης, στις περιπτώσεις που αυτό υπερβαίνει την αξία ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης, των συνοφειλετών και τρίτων προσώπων κατά τα παραπάνω. Σύµφωνα µε την αρχή αυτή, εάν για παράδειγµα έχει συµφωνηθεί ότι ο οφειλέτης έχει τη δυνατότητα να αποπληρώσει σε βάθος δεκαετίας το ποσό του 1.000.000 ευρώ και η αξία ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του έχει εκτιµηθεί στις 400.000 ευρώ, το τελευταίο αυτό ποσό διανέµεται µεταξύ των πιστωτών µε βάση την κατάταξη του Κώδικα Πολιτικής Δικονοµίας, ενώ το υπερβάλλον ποσό των 600.000 ευρώ διανέµεται στους πιστωτές ανάλογα µε το ποσοστό της απαιτήσεώς τους που αποµένει ανεξόφλητη (µετά τη διανοµή του ποσού των 400.000 ευρώ) στις συνολικές απαιτήσεις έναντι του οφειλέτη που επίσης αποµένουν ανεξόφλητες µετά την ως άνω διανοµή. Έτσι, εάν υποτεθεί, για τις ανάγκες του παρόντος παραδείγµατος, ότι υπάρχουν τρεις πιστωτές µε απαιτήσεις 500.000 ευρώ έκαστος, εκ των οποίων ο ένας είναι εξασφαλισµένος µε υποθήκη στο µοναδικό ακίνητο της επιχείρησης, ο δεύτερος εξασφαλισµένος µε γενικό προνόµιο (π.χ. φορέας κοινωνικής ασφάλισης) και ο τρίτος µη εξασφαλισµένος, µε βάση τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονοµίας θα λάµβαναν από την αξία ρευστοποίησης (400.000 ευρώ) του µοναδικού περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη, ποσοστό 65% ο πρώτος και ποσό 260.000 ευρώ, ποσοστό 25% ο δεύτερος και ποσό 100.000 ευρώ και ποσοστό 10% ο τρίτος και ποσό 40.000 ευρώ. Από το υπερβάλλον την αξία ρευστοποίησης ποσό της συνολικής ικανότητας αποπληρωµής του οφειλέτη, δηλαδή από τις 600.000 ευρώ, οι ανωτέρω πιστωτές δεν θα ικανοποιηθούν ισόµερα λόγω του ισόποσου των αρχικών τους απαιτήσεων, αλλά θα επανυπολογιστούν οι ανεξόφλητες, µετά την εφαρµογή της αρχής της µη χειροτέρευσης, απαιτήσεις τους και το ποσοστό τους στο συνολικό ανεξόφλητο χρέος του οφειλέτη. Με τον τρόπο αυτό, το ποσό των 600.000 ευρώ θα διανεµηθεί ως εξής: Ο πρώτος πιστωτής έχει ανεξόφλητη απαίτηση 240.000 ευρώ (500.000-260.000), ο δεύτερος 400.000 ευρώ (500.000-100.000) και ο τρίτος 460.000 ευρώ (500.000-60.000). Οι συνολικές ανεξόφλητες απαιτήσεις ανέρχονται δηλαδή στο ποσό του 1.100.000 ευρώ (240.000+400.000+460.000). Το ποσοστό του πρώτου πιστωτή στις συνολικές ανεξόφλητες απαιτήσεις ανέρχεται σε 21,82% (240.000:1.100.000), του δεύτερου σε 36,36% (400.000:1.100.000) και του τρίτου σε 41,82% (460.000:1.100.000). Άρα, ο πρώτος πιστωτής θα λάβει επιπλέον ποσό 130.920 ευρώ (600.000X21,82%) και συνολικά 390.920 ευρώ (260.000+130.920), ο δεύτερος επιπλέον 218.160 ευρώ (600.000X36,36%) και συνολικά 318.160 ευρώ (100.000+218.160) και ο τρίτος επιπλέον 250.920 ευρώ (600.000X41,82%) και συνολικά 290.920 ευρώ (40.000+250.920). Με τον παραπάνω τρόπο διανέµεται το ποσό της συνολικής ικανότητας αποπληρωµής του οφειλέτη µε το δικαιότερο δυνατό τρόπο, µε σεβασµό στην αρχή της µη χειροτέρευσης για το ποσό που διανέµεται µε βάση την αξία της ρευστοποίησης της περιουσίας της επιχείρησης και στην αρχή της ισότητας και της σύµµετρης ικανοποίησης για το υπερβάλλον ποσό. Τέλος, µε την περίπτωση δ΄ της παραγράφου 2 εισάγεται η τελευταία εξαίρεση στον κανόνα της ελεύθερης διαµόρφωσης του περιεχοµένου της σύµβασης αναδιάρθρωσης οφειλών, που αποτελεί µία καινοτοµία για την ελληνική έννοµη τάξη και στοχεύει σε µία δικαιότερη κατανοµή µεταξύ των πιστωτών των ποσών που δύναται να καταβάλει η επιχείρηση. Αυτό επιτυγχάνεται µέσω της προαφαίρεσης µέρους των απαιτήσεων των πιστωτών τόσο του ιδιωτικού, όσο και του δηµόσιου τοµέα, τα οποία δεν συνυπολογίζονται στη διανοµή που γίνεται µεταξύ των πιστωτών, παρά µόνο στην περίπτωση που δύναται να εξοφληθεί το σύνολο του υπόλοιπου των απαιτήσεων από τον οφειλέτη και αποµένει και υπερβάλλον ποσό. Ειδικότερα, πριν την εφαρµογή των κανόνων για τη διανοµή του ποσού της ικανότητας αποπληρωµής του οφειλέτη µεταξύ των πλειόνων πιστωτών του, αφαιρείται από τις απαιτήσεις των πιστωτών του ιδιωτικού τοµέα το σύνολο του ποσού που αντιστοιχεί σε καταλογισθέντες τόκους υπερηµερίας, συµπεριλαµβανοµένων των ήδη κεφαλαιοποιηµένων. Σκοπός της ρύθµισης είναι ο εξορθολογισµός των, συχνά, υπέρογκων επιβαρύνσεων µίας επιχείρησης από τους τόκους των δανειακών συµβάσεων µέσω της αποµείωσης αυτών τουλάχιστον κατά το ποσό των τόκων που επιβλήθηκαν λόγω καθυστερήσεων στην αποπληρωµή των δόσεων. Περαιτέρω, από τις απαιτήσεις του δηµοσίου τοµέα προαφαιρείται κατ’ αρχάς το 95% των αυτοτελών φορολογικών προστίµων, κυρίως δηλαδή των πρόστιµων του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, αλλά και άλλων αυτοτελώς βεβαιωµένων από τη φορολογική διοίκηση οφειλών, που χαρακτηρίζονται ρητά ως πρόστιµα από τις εκάστοτε διατάξεις της φορολογικής νοµοθεσίας. Τα πρόστιµα αυτά, ιδίως κατά την περίοδο πριν τις πρόσφατες τροποποιήσεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, ήταν εξαιρετικά υψηλά και στις περισσότερες περιπτώσεις δυσανάλογα µε τη βαρύτητα της παράβασης στην οποία αφορούσαν. Με βάση την ίδια ως άνω λογική, από τις απαιτήσεις τόσο του Δηµοσίου όσο και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης προαφαιρείται και το 85% των πάσης φύσεως προσαυξήσεων και τόκων που έχουν υπολογιστεί επί οποιασδήποτε βασικής οφειλής λόγω της µη εµπρόθεσµης καταβολής αυτής. Οι παραπάνω προαφαιρέσεις δεν θα πρέπει να παραβιάζουν την αρχή της µη χειροτέρευσης των πιστωτών, κατά τα ως άνω αναφερόµενα. Εάν, για παράδειγµα, ένας ιδιώτης πιστωτής µπορούσε µέσω της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης να εισπράξει και το ποσό που αντιστοιχεί στους τόκους υπερηµερίας, το τελευταίο αυτό ποσό δεν θα προαφαιρεθεί, αλλά ο συγκεκριµένος πιστωτής θα συµµετέχει στη διανοµή των ποσών που αντιστοιχούν στην ικανότητα αποπληρωµής της επιχείρησης µε το σύνολο της απαίτησής του. Σε κάθε άλλη περίπτωση, τα προαφαιρούµενα κατά τα ανωτέρω ποσά, θα συνυπολογιστούν στη διανοµή µόνο στην περίπτωση και κατά την έκταση που το επιτρέπει η ικανότητα αποπληρωµής του οφειλέτη και µέρος ή το σύνολο αυτών θα αποπληρώνεται, µόνο εφόσον έχουν αποπληρωθεί πλήρως οι λοιπές απαιτήσεις των πιστωτών. Στο τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης δ΄ αναφέρεται ρητά ότι τα ποσά που προαφαιρέθηκαν κατά τα παραπάνω και δεν συµµετείχαν στη διανοµή εν όλω ή εν µέρει, διαγράφονται µετά την ολοσχερή εξόφληση όλων των υπόλοιπων οφειλών, σύµφωνα µε τους όρους της σύµβασης αναδιάρθρωσης.

Με την παράγραφο 3 εισάγεται µία δυνητική εξαίρεση στους υποχρεωτικούς κανόνες της προηγούµενης παραγράφου 2, η οποία εφαρµόζεται µόνο εφόσον συµφωνήσει επ’ αυτής η ίδια πλειοψηφία συµµετεχόντων πιστωτών, που απαιτείται και για τη σύναψη της ίδιας της σύµβασης αναδιάρθρωσης. Σκοπός της διάταξης είναι να διευκολυνθεί η νέα χρηµατοδότηση της επιχείρησης µε τη δυνατότητα απονοµής απόλυτου προνοµίου στις απαιτήσεις των πιστωτών που είτε κατά είτε µετά τη σύναψη της σύµβασης αναδιάρθρωσης αναλαµβάνουν να χρηµατοδοτήσουν ή να συνεισφέρουν µε οποιονδήποτε άλλο τρόπο στη συνέχιση της λειτουργία της επιχείρησης. Ειδικότερα προβλέπεται ότι οι απαιτήσεις αυτές, εφόσον γεννώνται ταυτόχρονα µε ή µετά την κατάρτιση της σύµβασης αναδιάρθρωσης οφειλών, προέρχονται από χρηµατοδοτήσεις του οφειλέτη οποιασδήποτε φύσεως ή από παροχή αγαθών ή υπηρεσιών στον οφειλέτη και αποσκοπούν στην εξασφάλιση της συνέχισης της δραστηριότητας του οφειλέτη, δύνανται, δυνάµει όρου που θα περιληφθεί στη σύµβαση αναδιάρθρωσης οφειλών, να ικανοποιούνται προνοµιακά σε σχέση µε όλες τις απαιτήσεις που είχαν γεννηθεί πριν από την κατάρτιση της σύµβασης εξωδικαστικής αναδιάρθρωσης οφειλών. Η παραπάνω δυνατότητα προνοµιακής µεταχείρισης δεν ισχύει για απαιτήσεις που προέρχονται από χρηµατοδοτήσεις ή παροχή αγαθών ή υπηρεσιών του ίδιου του οφειλέτη ή προσώπων συνδεδεµένων µε αυτόν προς την επιχείρησή του. Η ρύθµιση του τελευταίου εδαφίου είναι ενδοτικού δικαίου, ώστε να αφήνεται περιθώριο στον οφειλέτη και τους συµµετέχοντες πιστωτές να συµφωνήσουν διαφορετικά, δηλαδή να εξοπλίσουν µε το απόλυτο αυτό προνόµιο και τις απαιτήσεις προσώπων συνδεδεµένων µε τον οφειλέτη. Αυτονόητο είναι ότι το προνόµιο δεν µπορεί να χορηγηθεί στον ίδιο τον οφειλέτη, ο οποίος δεν µπορεί να έχει απαίτηση έναντι του εαυτού του, είτε είναι φυσικό είτε είναι νοµικό πρόσωπο.

Στην παράγραφο 4 προβλέπεται ως δυνητικός όρος της σύµβασης αναδιάρθρωσης οφειλών, ηχορήγηση δικαιώµατος σε πιστωτή να εγγράψει υποθήκη, προσηµείωση υποθήκης ή ειδικό προνόµιο σε περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη ή των συνοφειλετών για την εξασφάλιση των ρυθµιζόµενων µε τη σύµβαση απαιτήσεών του. Με το δεύτερο εδάφιο θεσπίζεται απαγόρευση εγγραφής νέου βάρους σε περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη ή των συνοφειλετών για την εξασφάλιση των ρυθµισµένων µε τη σύµβαση απαιτήσεων για το χρονικό διάστηµα µετά τη σύναψη της σύµβασης αναδιάρθρωσης οφειλών και για όσο χρονικό διάστηµα αυτή εξυπηρετείται από τον οφειλέτη και τους συνοφειλέτες. Με τη διάταξη αυτή εξασφαλίζεται «η ισότητα των όπλων» µεταξύ των συµβαλλόµενων στη σύµβαση αναδιάρθρωσης οφειλών πιστωτών, ώστε αφενός µε τη συµφωνία όλων να µπορεί οποιοσδήποτε πιστωτής να εξασφαλίσει τις ρυθµιζόµενες απαιτήσεις του, αφετέρου, εάν δεν υπάρξει τέτοια συµφωνία, να µην δύναται κανείς πιστωτής, συµβαλλόµενος ή µη, έστω και µε τη συναίνεση του ίδιου του οφειλέτη ή των συνοφειλετών, να εγγράψει οποιοδήποτε νέο βάρος για την εξασφάλιση των ήδη ρυθµισµένων και εξυπηρετούµενων απαιτήσεών του.

Η παράγραφος 5 ορίζει ρητά ότι κάθε ρύθµιση της σύµβασης αναδιάρθρωσης οφειλών ευνοϊκή για τον οφειλέτη θα ισχύει και υπέρ κάθε συνοφειλέτηµη εγγυητή που έχει συνυποβάλει αίτηση κατά τα προβλεπόµενα στην παράγραφο 3 του άρθρου 4, καθώς και υπέρ κάθε εγγυητή, ανεξαρτήτως εάν ο τελευταίος έχει συνυποβάλει αίτηση ή όχι. Η διάταξη αυτή έρχεται να συµπληρώσει το ρυθµιστικό πλαίσιο της µεταχείρισης των συνοφειλετών της επιχείρησης και των εγγυητών εντός του εξωδικαστικού µηχανισµού ρύθµισης οφειλών. Με δεδοµένη την πρόβλεψη της παραγράφου 3 του άρθρου 4 περί υποχρεωτικής συνυποβολής αίτησης από τους συνοφειλέτες της επιχείρησης, οι πιστωτές θα έχουν στη διάθεσή τους όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για µία συνολική αξιολόγηση της πραγµατικής ικανότητας αποπληρωµής όλων των προσώπων που ευθύνονται απέναντί τους. Με τον τρόπο αυτό για τους όρους αποπληρωµής που θα συµφωνηθούν τελικά θα ληφθούν υπ’ όψιν τόσο τα περιουσιακά στοιχεία όσο και τα εισοδήµατα των συνοφειλετών, µε αναγκαία συνέπεια οι ευνοϊκές ρυθµίσεις της σύµβασης να καλύπτουν και τη δική του ευθύνη έναντι των πιστωτών. Στην περίπτωση της κατ’ εξαίρεση µη συνυποβολής αίτησης από τον συνοφειλέτη, η τύχη των απαιτήσεων των πιστωτών κατά του τελευταίου ρυθµίζεται κατ’ αναλογία των γενικών διατάξεων του Αστικού Κώδικα. Έτσι, στην περίπτωση του εγγυητή που δεν συνυπέβαλε αίτηση και µε δεδοµένη τη νοµική φύση της εγγυήσεως ως παρακολουθηµατικής της κύριας οφειλής, οι ευνοϊκές ρυθµίσεις της σύµβασης αναδιάρθρωσης οφειλών για τον πρωτοφειλέτη θα ισχύσουν και για τον εγγυητή. Για παράδειγµα, εάν συµφωνηθεί διαγραφή µέρους της εγγυηµένης απαίτησης, η ευθύνη του εγγυητή θα περιοριστεί στο ποσό της µειωµένης απαίτησης. Από την άλλη, ο µη συνυποβάλλων συνοφειλέτης που έχει εις ολόκληρον και αλληλέγγυα ευθύνη δεν θα ευνοηθεί αντίστοιχα µε τον οφειλέτη, αλλά θα κληθεί να καταβάλλει το ποσό που του αναλογεί µε βάση τις γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα.

Η παράγραφος 6 προσδίδει άµεση ισχύ στη σύµβαση αναδιάρθρωσης κατά το χρόνο της κατάρτισής της, ανεξάρτητα από το εάν στη συνέχεια θα επιδιωχθεί η δικαστική επικύρωσή της σύµφωνα µε τα προβλεπόµενα στο άρθρο 12. Ειδικότερα, προβλέπεται ότι ο οφειλέτης θα ξεκινήσει άµεσα τις καταβολές προς όλους τους πιστωτές, συµβαλλόµενους ή µη, σύµφωνα µε τους όρους της σύµβασης αναδιάρθρωσης οφειλών. Η άµεση ισχύς εφαρµόζεται και για οποιεσδήποτε άλλες υποχρεώσεις τυχόν αναλαµβάνονται από τα συµβαλλόµενα µέρη. Σε περίπτωση τελεσίδικης απόρριψης της αίτησης της επικύρωσης της σύµβασης αναδιάρθρωσης, τα ποσά που καταβλήθηκαν δυνάµει της τελευταίας θα αφαιρεθούν από τις αρχικές απαιτήσεις των πιστωτών.

Στην παράγραφο 7 προβλέπεται ειδικός τρόπος ρύθµισης των εγγυήσεων που έχουν χορηγηθεί από το Ελληνικό Δηµόσιο υπέρ πιστωτικών ιδρυµάτων, από το Εθνικό Ταµείο Επιχειρηµατικότητας και Ανάπτυξης (Ε.ΤΕ.ΑΝ. Α.Ε.), ή από οποιονδήποτε άλλο φορέα του δηµόσιου τοµέα. Οι εγγυήσεις αυτές ακολουθούν σε κάθε περίπτωση τις απαιτήσεις υπέρ των οποίων χορηγήθηκαν, ενώ σε περίπτωση που δεν τηρηθεί η συµφωνία αναδιάρθρωσης από τον οφειλέτη, η αναβίωση αφορά µόνο στο αντίστοιχο εγγυηµένο ποσοστό του ανεξόφλητου κεφαλαίου, σύµφωνα µε τους όρους της χορήγησης της εγγύησης.

Τέλος, µε την παράγραφο 8, εισάγεται ειδικός κανόνας συµψηφισµού των απαιτήσεων που ρυθµίστηκαν µε τη σύβαση αναδιάρθρωσης οφειλών µε ανταπαιτήσεις που τυχόν είχε ο οφειλέτης κατά των πιστωτών του πριν την κατάρτιση της σύµβασης. Ειδικότερα, ορίζεται ότι τέτοιες ανταπαιτήσεις του οφειλέτη και εφόσον η γενεσιουργός αιτία τους ανάγεται σε χρόνο προγενέστερο της έναρξης ισχύος της σύµβασης αναδιάρθρωσης, συµψηφίζονται κατά προτεραιότητα µε οφειλές εκτός της σύµβασης αναδιάρθρωσης (κατά κύριο λόγο µελλοντικές οφειλές ή οφειλές που έµειναν εκτός του ρυθµιστικού πλαισίου της σύµβασης, π.χ. επειδή γεννήθηκαν µετά τις 31.12.2016) και µε δόσεις καταβολής της ρυθµισµένης απαίτησης. Εάν η ανταπαίτηση αυτή καλύψει τόσο τις εκτός σύµβασης οφειλές, όσο και τις δόσεις τις σύµβασης, το υπόλοιπο του ποσού της ανταπαίτησης συµψηφίζεται µε αντίστοιχο ποσό της αρχικής απαίτησης του πιστωτή, εφόσον φυσικά η τελευταία είχε µειωθεί συνεπεία της σύµβασης αναδιάρθρωσης οφειλών.

Άρθρο 10 – Αµοιβή του συντονιστή

Στο άρθρο 10 καθορίζεται το ύψος και οι υπόχρεοι καταβολής της αµοιβής του συντονιστή. Με την παράγραφο 1 προσδιορίζεται η αµοιβή του συντονιστή στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ για την εκτέλεση των καθηκόντων του σε υποθέσεις µικρών επιχειρήσεων και στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ για την εκτέλεση των καθηκόντων του σε υποθέσεις µεγάλων επιχειρήσεων. Το ύψος των αµοιβών αυτών δικαιολογείται τόσο από το συντονιστικό ρόλο (αποστολή προσκλήσεων και προτάσεων, συλλογή ψήφων κ.λπ.) που καλείται να επιτελέσει ο συντονιστής, σε αντιπαράθεση µε τον αντίστοιχο ρόλο του σε υποθέσεις διαµεσολάβησης, καθώς και από την επιδίωξη ελαχιστοποίησης του κόστους της διαδικασίας για τον οφειλέτη, ο οποίος κατά κανόνα βαρύνεται µε την αµοιβή του συντονιστή. Σε κάθε περίπτωση η διάταξη είναι ενδοτικού δικαίου, διαφορετική αµοιβή από την προβλεπόµενη όµως επιβάλλεται να συµφωνηθεί µεταξύ οφειλέτη και συµµετεχόντων πιστωτών (όχι µεταξύ του βαρυνόµενου µέρους και του συντονιστή), ώστε µία συµφωνία του ενός µέρους (οφειλέτη ή πιστωτών) µε τον συντονιστή για µεγαλύτερη αµοιβή να µην κλονίσει την εµπιστοσύνη του άλλου µέρους προς τον συντονιστή.

Η παράγραφος 2 προσδιορίζει το µέρος που βαρύνεται µε την αµοιβή του συντονιστή. Στη συνήθη περίπτωση της εκκίνησης της διαδικασίας µε πρωτοβουλία του οφειλέτη η αµοιβή επιβάλλεται να βαρύνει αυτόν, καθώς η έστω εν µέρει επιβάρυνση των συµµετεχόντων πιστωτών µε την αµοιβή του συντονιστή θα δηµιουργούσε αντικίνητρο συµµετοχής στη διαδικασία, µειώνοντας τις πιθανότητες επίτευξης απαρτίας. Στην περίπτωση πάλι εκκίνησης της διαδικασίας κατόπιν πρόσκλησης πιστωτή κατά την παράγραφο 5 του άρθρου 4, είναι εύλογο το προσκαλέσαν µέρος να βαρύνεται µε την αµοιβή. Και η διάταξη της παραγράφου 2 πάντως είναι ενδοτικού δικαίου. Περαιτέρω, ορίζεται ότι η αµοιβή προκαταβάλλεται στον συντονιστή πριν τον έλεγχο της πληρότητας της αίτησης, καθώς η καταβολή της σε ένα µεταγενέστερο στάδιο, όταν ενδεχοµένως θα διαφαινόταν η µη επίτευξη συµφωνίας, θα ήταν πιο δυσχερής.

Στο πνεύµα της παραγράφου 2, η παράγραφος 3 προβλέπει επιβάρυνση των πιστωτών, οι οποίοι ορίζουν αντικαταστάτη συντονιστή κατά την παράγραφο 14 του άρθρου 8 και ενδεχοµένως τρίτου προσώπου που τον συνεπικουρεί. Η επιβάρυνση αυτή είναι εύλογη, δεδοµένου ότι η αντικατάσταση θα γίνει σε ένα χρονικό σηµείο, κατά το οποίο ο αρχικός συντονιστής θα έχει πραγµατοποιήσει τέτοιο τµήµα του έργου του (έλεγχος πληρότητας της αίτησης, αποστολή προσκλήσεων, διαπίστωση απαρτίας, έλεγχος ύπαρξης της απαιτούµενης πλειοψηφίας πιστωτών για την αντικατάστασή του), το οποίο θα δικαιολογεί την καταβολή πλήρους αµοιβής σε αυτόν. Εφόσον το µέρος που προκάλεσε την υποβολή αίτησης για έναρξη της διαδικασίας θα καταβάλει την αµοιβή του αρχικού συντονιστή, επιβάλλεται η αµοιβή του αντικαταστάτη συντονιστή να βαρύνει τα µέρη που είχαν την πρωτοβουλία για την αντικατάσταση και τον όρισαν.

Άρθρο 11 – Διορισµός εµπειρογνώµονα

Στο άρθρο 11 καθορίζονται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία του διορισµού εµπειρογνώµονα, ο οποίος καλείται να επιτελέσει έναν εξαιρετικά σηµαντικό ρόλο στη διαδικασία, µε δεδοµένο ότι ο βασικός στόχος του προτεινοµένου σχεδίου νόµου είναι η διάσωση των επιχειρήσεων που κρίνονται βιώσιµες. Ωστόσο, ο διορισµός πραγµατογνώµονα σε κάθε περίπτωση, ακόµα και στις περιπτώσεις των µικρών επιχειρήσεων, θα αναβίβαζε το κόστος της διαδικασίας σε επίπεδα δυσανάλογα των µεγεθών της επιχείρησης και των υπό ρύθµιση οφειλών, καθιστώντας τη διαδικασία πολυτελή για τις µικρές επιχειρήσεις. Για το λόγο αυτό η παράγραφος 1 προβλέπει ότι στις µικρές επιχειρήσεις ο διορισµός εµπειρογνώµονα είναι προαιρετικός, αφήνοντας στους συµµετέχοντες πιστωτές να επιλέξουν αν θα εκτιµήσουν από µόνοι τους τη βιωσιµότητα του οφειλέτη και την ικανότητα αποπληρωµής αυτού ή αν θα επιµείνουν στο διορισµό εµπειρογνώµονα. Συγκεκριµένα, ορίζεται ότι µετά από αίτηµα από συµµετέχοντες πιστωτές που είναι δικαιούχοι τουλάχιστον του ενός τρίτου (1/3) του συνόλου των απαιτήσεων που συµµετέχουν στη διαδικασία και µε απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας των συµµετεχόντων πιστωτών µπορεί να ανατεθεί σε εµπειρογνώµονα η εκπόνηση αξιολόγησης βιωσιµότητας του οφειλέτη, καθώς και η εκπόνηση σχεδίου αναδιάρθρωσης οφειλών. Στην περίπτωση αυτή, επειδή ο διορισµός είναι επιλογή των πιστωτών, είναι εύλογο αυτοί να βαρύνονται µε την αµοιβή του. Αν πάντως η διαδικασία περατωθεί επιτυχώς, µε την κατάρτιση σύµβασης αναδιάρθρωσης, είναι εύλογο να βαρύνεται ο οφειλέτης µε την αµοιβή αυτή, αφού η έκθεση του εµπειρογνώµονα εν τέλει ωφέλησε τον οφειλέτη, χωρίς φυσικά να απαγορεύεται αντίθετος όρος στη συµφωνία αναδιάρθρωσης.

Αντίθετα, στην περίπτωση των µεγάλων επιχειρήσεων, λόγω του µεγάλου διακυβεύµατος, το κόστος µίας έκθεσης εµπειρογνώµονα δεν είναι δυσανάλογο και εποµένως ο διορισµός εµπειρογνώµονα είναι επιβεβληµένος, γι’ αυτό και προβλέπεται ως υποχρεωτικός από την παράγραφο 2. Η ίδια παράγραφος προβλέπει επιβάρυνση του οφειλέτη µε την αµοιβή του εµπειρογνώµονα, ρύθµιση ενδοτικού µεν δικαίου, αλλά επιβεβληµένη, δεδοµένου ότι µόνο ο οφειλέτης (και όχι οι πιστωτές) µπορεί να επιλέξει αν θα προκληθεί ή όχι αυτή η δαπάνη. Παρά την επιβάρυνση όµως του οφειλέτη µε την αµοιβή του πραγµατογνώµονα, η παράγραφος 2 προβλέπει ότι η επιλογή και ο διορισµός του εµπειρογνώµονα γίνεται µε κοινή απόφαση του οφειλέτη και της απόλυτης πλειοψηφίας των συµµετεχόντων πιστωτών. Η ρύθµιση αυτή αποσκοπεί στο να διασφαλίσει ότι ο επιλεγόµενος εµπειρογνώµονας απολαύει της εµπιστοσύνης τόσο του οφειλέτη, όσο και της πλειοψηφίας των συµµετεχόντων πιστωτών, ώστε να µεγιστοποιείται η πιθανότητα αποδοχής της έκθεσής του.

Η παράγραφος 3 ρυθµίζει διαδικαστικά θέµατα ως προς την υποβολή της έκθεσης του εµπειρογνώµονα. Προβλέπεται προθεσµία τριάντα (30) ηµερών για την υποβολή της έκθεσης αξιολόγησης βιωσιµότητας και του σχεδίου αναδιάρθρωσης οφειλών προς το συντονιστή. Η προθεσµία µπορεί να παραταθεί κατά την παράγραφο 13 του άρθρου 8. Εν συνεχεία, προβλέπεται κοινοποίηση της έκθεσης και του σχεδίου από το συντονιστή προς τον οφειλέτη και τους συµµετέχοντες πιστωτές. Στην περίπτωση των µεγάλων επιχειρήσεων, δεδοµένης της µεγάλης έκτασης που συνήθως έχει η έκθεση του εµπειρογνώµονα, επιβάλλεται να χορηγηθεί µεγαλύτερη προθεσµία στους πιστωτές για λήψη απόφασης επί του σχεδίου ή για την αποστολή αντιπροτάσεων, γι’ αυτό προβλέπεται προθεσµία δύο (2) µηνών, αντί της µηνιαίας προθεσµίας που προβλέπει η παράγραφος 4 του άρθρου 8. Περαιτέρω, ένα σχέδιο αναδιάρθρωσης, έστω και αν έχει συνταχθεί από έναν ειδικό, δεν µπορεί να εφαρµοστεί ενάντια στη βούληση του οφειλέτη, γι’ αυτό προβλέπεται ότι, τόσο στις µεγάλες όσο και στις µικρές επιχειρήσεις, δεν µπορεί να τεθεί το σχέδιο του εµπειρογνώµονα προς ψηφοφορία πριν εγκριθεί από τον οφειλέτη.

Η παράγραφος 4 δίνει τη δυνατότητα παράλειψης του διορισµού εµπειρογνώµονα, εφόσον υφίσταται πρόσφατη αξιολόγηση βιωσιµότητας του οφειλέτη από οποιονδήποτε πιστωτή. Σε αυτήν την περίπτωση ο διορισµός εµπειρογνώµονα, ακόµα κι αν προβλέπεται ως υποχρεωτικός κατά την παράγραφο 2, αποδεικνύεται περιττός, εφόσον όµως συντρέχουν κάποιες προϋποθέσεις. Έτσι, θα πρέπει κατ’ αρχάς η αξιολόγηση της βιωσιµότητας από τον πιστωτή να είναι πρόσφατη, γι’ αυτό και προβλέπεται ότι η αξιολόγηση θα πρέπει να έχει εκπονηθεί εντός των τελευταίων δώδεκα (12) µηνών πριν την υποβολή της αίτησης υπαγωγής στο µηχανισµό. Περαιτέρω, θα πρέπει η αξιολόγηση να κρίνεται πειστική από τους συµµετέχοντες πιστωτές, γι’ αυτό απαιτείται συµφωνία της απόλυτης πλειοψηφίας αυτών. Σε κάθε περίπτωση όµως, ιδίως επί υποχρεωτικού διορισµού εµπειρογνώµονα, όπου η αµοιβή βαρύνει τον οφειλέτη, δεν θα πρέπει να στερηθεί ο οφειλέτης του δικαιώµατος να αµφισβητήσει την αξιολόγηση του πιστωτή του και γι’ αυτό προβλέπεται ως πρόσθετη προϋπόθεση η ρητή συµφωνία και του ίδιου του οφειλέτη.

Άρθρο 12 – Επικύρωση από το δικαστήριο

Στο άρθρο 12 καθορίζεται η διαδικασία της δικαστικής επικύρωσης της σύµβασης αναδιάρθρωσης οφειλών, η οποία είναι απαραίτητη για να επέλθει η νοµική δέσµευση των µη συµβαλλόµενων πιστωτών.
Η παράγραφος 1 προβλέπει κατ’ αρχάς την επικύρωση της συµφωνίας ως προαιρετική, µε σκοπό να µην επιβαρυνθούν τα πινάκια του Πολυµελούς Πρωτοδικείου µε υποθέσεις, στις οποίες η δικαστική επικύρωση δεν θα εξυπηρετεί κάποια ουσιαστική σκοπιµότητα, είτε επειδή η συµφωνία αναδιάρθρωσης έγινε οµόφωνα αποδεκτή από τους πιστωτές, είτε επειδή οι πιστωτές που δεν συµβλήθηκαν ενέκριναν εκ των υστέρων τη συµφωνία, ρητώς ή σιωπηρώς (π.χ. µε την επανειληµµένη ανεπιφύλακτη αποδοχή των προβλεπόµενων σε αυτήν καταβολών ή άλλων ανταλλαγµάτων). Περαιτέρω, προβλέπεται η επικύρωση της συµφωνίας από το Πολυµελές Πρωτοδικείο µε τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (739 επ. ΚΠολΔ), λύση η οποία προκρίθηκε ως η µόνη ρεαλιστική, λαµβανοµένου βεβαίως υπ’ όψιν και του προσδιορισµού των υποθέσεων του Πολυµελούς Πρωτοδικείου σε σύντοµες δικασίµους κατά την παρούσα χρονική συγκυρία. Ειδικότερα, το Πολυµελές Πρωτοδικείο, εκτός από τους λόγους που αφορούν στην αδιαµφισβήτητη αξία των έµπειρων δικαστών που αποτελούν µέλη της σύνθεσής του επιλέχθηκε και διότι η αναδιάρθρωση οφειλών επιχειρήσεων οµοιάζει περισσότερο µε την εξυγίανση επιχειρήσεων (άρθρα 99 επ. Πτωχευτικού Κώδικα) παρά µε τη ρύθµιση οφειλών υπερχρεωµένων φυσικών προσώπων – µη εµπόρων (ν. 3869/2010) ή οποιαδήποτε άλλη διαδικασία καθ’ ύλην αρµοδιότητας άλλου δικαστηρίου. Επιπλέον, η ρύθµιση µεγάλων, συχνά, οφειλών µε δέσµευση των πιστωτών που µειοψήφησαν, και µε δεδοµένη την απουσία δυνατότητας του θιγόµενου πιστωτή να ασκήσει ένδικα µέσα, όπως ρητά προβλέπεται στην παράγραφο 7, είναι ένα έργο τόσο σηµαντικό και δυσχερές, ώστε δεν δικαιολογείται ανάθεσή του σε ένα µόνο (οσοδήποτε καταρτισµένο) δικαστή. Τέλος, το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 προβλέπει ότι οι παρεµβάσεις ασκούνται αποκλειστικά µε κατάθεση προτάσεων κατά τη συζήτηση της αίτησης στο ακροατήριο. Η ρύθµιση αποσκοπεί στην αποτροπή της καθυστέρησης της συζήτησης, η οποία θα µπορούσε να προκληθεί αν η παρέµβαση ασκηθεί µε αυτοτελές δικόγραφο και προσδιοριστεί σε µεταγενέστερη δικάσιµο σε σχέση µε την κύρια αίτηση, αναγκάζοντας έτσι το Δικαστήριο να αναβάλει τη συζήτηση της αίτησης.

Η παράγραφος 2 προβλέπει συνυποβολή των διαδικαστικών εγγράφων της εξωδικαστικής διαδικασίας, δηλαδή του αντίγραφου της σύµβασης αναδιάρθρωσης οφειλών, του πρακτικού περαίωσης της διαδικασίας, των αποδεικτικών της κλήτευσης των πιστωτών, του αντιγράφου της αίτησης για υπαγωγή στη διαδικασία µαζί µε όλα τα συνοδευτικά έγγραφα και τυχόν πρόσθετα έγγραφα και στοιχεία που χορηγήθηκαν από τον οφειλέτη στους συµµετέχοντες πιστωτές, της τυχόν εκπονηθείσας έκθεσης αξιολόγησης βιωσιµότητας και των ενστάσεων των συµµετεχόντων πιστωτών που έχουν τυχόν υποβληθεί, µαζί µε την αίτηση επικύρωσης. Η ρύθµιση αποσκοπεί στην επιτάχυνση εκδίκασης της αίτησης, καθώς: α) το Δικαστήριο θα µπορεί να τα µελετήσει ήδη από το χρόνο της κατάθεσης και έτσι θα έχει µία εικόνα της υπόθεσης πριν από τη συζήτηση στο ακροατήριο, β) οι µη συµβαλλόµενοι πιστωτές θα µπορούν να ελέγξουν πριν τη συζήτηση αν τηρήθηκαν οι ουσιαστικές και διαδικαστικές διατάξεις και έτσι θα αποτραπούν κύριες παρεµβάσεις που οφείλονται απλά σε άγνοια. Για το δεύτερο από τους παραπάνω αναφερόµενους λόγους στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 προβλέπεται και το δικαίωµα οποιουδήποτε θεµελιώνει έννοµο συµφέρον να λάβει αντίγραφα της αίτησης επικύρωσης και των συνοδευτικών εγγράφων από την Γραµµατεία του Δικαστηρίου.

Η παράγραφος 3 προβλέπει αυτοδίκαιη αναστολή κάθε µέτρου ατοµικής ή συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση απαιτήσεων που γεννήθηκαν πριν την υποβολή αίτησης υπαγωγής στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθµισης οφειλών από την κατάθεση της αίτησης επικύρωσης της σύµβασης αναδιάρθρωσης οφειλών και µέχρι την έκδοση απόφασης από το αρµόδιο δικαστήριο για την επικύρωση ή µη της συµφωνίας. Η διάταξη αποσκοπεί στην αποτροπή διακοπής λειτουργίας της επιχείρησης µε την επιχείρηση εκτέλεσης εις βάρος της, ιδίως από διαφωνούντες πιστωτές. Τον ίδιο σκοπό εξυπηρετεί και η απαγόρευση λήψης οποιουδήποτε ασφαλιστικού µέτρου κατά του οφειλέτη. Αναφορικά µε τα ασφαλιστικά µέτρα όµως, επιβάλλεται να ληφθεί µέριµνα τόσο για την περίπτωση να προβλέπεται η λήψη τέτοιου µέτρου στην ίδια τη σύµβαση αναδιάρθρωσης (κατά κανόνα εγγραφής προσηµείωσης υποθήκης) όσο και για την περίπτωση που ο οφειλέτης κάνει κατάχρηση της αναστολής και επιχειρεί πράξεις που θα οδηγήσουν σε απαξίωση της επιχείρησής του. Για τις τελευταίες ακριβώς περιπτώσεις προβλέπεται κατ’ εξαίρεση η δυνατότητα λήψης ασφαλιστικών µέτρων. Περαιτέρω, για την περίπτωση εκκρεµούς διαδικασίας αναγκαστικής ή διοικητικής εκτέλεσης, προβλέπεται ότι το ανασταλτικό αποτέλεσµα δεν επέρχεται µε µόνη την κατάθεση της αίτησης επικύρωσης της συµφωνίας, αλλά µε την κοινοποίησή της στα όργανα εκτέλεσης, προκειµένου να διασφαλισθεί η γνωστοποίηση της αναστολής σε αυτά.

Η παράγραφος 4 επιδιώκει τόσο την ταχεία εκδίκαση της αίτησης επικύρωσης όσο και την ταχεία έκδοση απόφασης επ’ αυτής, τάσσοντας προθεσµίες δύο (2) µηνών από την κατάθεση για τον προσδιορισµό συζήτησης και τριών (3) µηνών από την ηµεροµηνία της συζήτησης για τη δηµοσίευση απόφασης.

Η παράγραφος 5 ρυθµίζει ζητήµατα δηµοσίευσης και επιδόσεων της αίτησης επικύρωσης. Η διάταξη επιδιώκει να σταθµίσει δύο αντικρουόµενα συµφέροντα: α) το συµφέρον των πιστωτών, ιδίως των µη συµβαλλοµένων, να λάβουν γνώση της διαδικασίας επικύρωσης και να παρέµβουν, αν κρίνουν ότι συντρέχει λόγος, β) το συµφέρον του αιτούντος την επικύρωση να περιορίσει το κόστος της διαδικασίας επικύρωσης µειώνοντας τις επιδόσεις. Κατά τη στάθµιση των συµφερόντων αυτών κρίσιµο είναι το γεγονός ότι όλοι οι πιστωτές (συµµετέχοντες και µη, συµβαλλόµενοι και µη) έχουν προσκληθεί να συµµετάσχουν στην εξωδικαστική διαδικασία ρύθµισης (παράγραφος 2 του άρθρου 7) και εποµένως έχουν κάθε λόγο να αναµένουν ότι ενδέχεται να επιτευχθεί συµφωνία αναδιάρθρωσης, η οποία θα υποβληθεί προς δικαστική επικύρωση. Για το λόγο αυτό κρίθηκε ότι δεν είναι απαραίτητη η κλήτευση ενός εκάστου πιστωτή, αλλά αρκεί η δηµοσίευση σε διαδικτυακούς τόπους (ΓΕ.Μ.Η. για οφειλέτες εγγεγραµµένους σε αυτό, Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. για τους υπόλοιπους οφειλέτες), από τους οποίους οι πιστωτές θα µπορούν εγκαίρως να πληροφορηθούν την ύπαρξη εκκρεµούς διαδικασίας δικαστικής επικύρωσης. Προκειµένου να διασφαλιστεί ότι οι πιστωτές, οι οποίοι θα παρακολουθούν τακτικά τους ως άνω διαδικτυακούς τόπους, θα ενηµερωθούν εγκαίρως για την εκκρεµή δίκη, προβλέπεται σύντοµη προθεσµία (5 εργάσιµες ηµέρες από την κατάθεση της αίτησης) δηµοσίευσης της αίτησης (λαµβανοµένης υπόψη και της υποχρέωσης προσδιορισµού της δικασίµου εντός διµήνου), και απαράδεκτο της αίτησης σε περίπτωση µη τήρησης της προθεσµίας και των διατυπώσεων δηµοσίευσης. Συγχρόνως, προβλέπεται υποχρέωση του αιτούντος τη δικαστική επικύρωση της σύµβασης να ειδοποιήσει όλους τους πιστωτές ηλεκτρονικά ή µε κάποιον άλλον από τους προβλεπόµενους τρόπους σχετικά µε την κατάθεση της αίτησης και την ηµεροµηνία της ορισθείσας δικασίµου για τη συζήτησή της. Διατηρείται πάντως η κατ’ άρθρο 748 παράγραφος 3 Κ.Πολ.Δ. δυνατότητα του δικαστή να διατάξει την κλήτευση ενός ή περισσότερων πιστωτών (µία τέτοια κλήτευση µπορεί να διαταχθεί ιδίως στις περιπτώσεις πιστωτών, οι οποίοι παρά το νόµο δεν προσκλήθηκαν να συµµετάσχουν στην εξωδικαστική διαδικασία). Επίσης, προβλέπεται υποχρεωτική κλήτευση του Δηµοσίου και των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, εφόσον υφίστανται υποχρεώσεις προς αυτά, προκειµένου να επιληφθεί το Νοµικό Συµβούλιο του Κράτους της υπόθεσης και να την παρακολουθεί.

Η παράγραφος 6 προσδιορίζει την έκταση του ελέγχου της συµφωνίας από το δικαστήριο, κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται ότι η αίτηση επικύρωσης θα απορρίπτεται πάντοτε, αλλά και µόνο τότε, όταν αυτό είναι απολύτως επιβεβληµένο. Έτσι προβλέπεται ότι το δικαστήριο εξετάζει όλες τις ενστάσεις που υποβλήθηκαν κατά το εξωδικαστικό στάδιο κατά την παράγραφο 10 του άρθρου 8, αλλά µπορούν να υποβληθούν και νέες ενστάσεις, ώστε, αν συντρέχει κάποια παράβαση, να µη στερηθεί ο θιγόµενος διάδικος το δικαίωµα να την προβάλει µόνο και µόνο επειδή για οποιονδήποτε λόγο δεν την υπέβαλε στο εξωδικαστικό στάδιο. Εν συνεχεία, η διάταξη προσδιορίζει τις παραβάσεις, οι οποίες κρίνονται ως τόσο ουσιώδεις, ώστε µόνο αυτές να δικαιολογούν την απόρριψη της αίτησης. Ως τέτοιες παραβάσεις θα πρέπει να θεωρηθούν κατ’ αρχάς (περίπτωση α΄ αυτές που αφορούν στους υποχρεωτικούς κανόνες των άρθρων 9 και 15, καθώς αυτοί οι κανόνες διασφαλίζουν τόσο ότι ο πιστωτής δεν στερείται µίας εισπράξιµης αξίωσης (καθώς κάτι τέτοιο θα ήγειρε ζητήµατα συµβατότητας µε το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ε.Σ.Δ.Α.) όσο και ότι οι πιστωτές τυγχάνουν ισότιµης µεταχείρισης και δεν επιχειρεί η πλειοψηφία των πιστωτών να προασπίσει τα δικά της συµφέροντα εις βάρος της µειοψηφίας. Περαιτέρω, η απόρριψη της αίτησης είναι δικαιολογηµένη, όταν υπήρξε παράβαση της διαδικασίας και η παράβαση αυτή προκάλεσε βλάβη σε πιστωτή (περίπτωση β΄), όχι όµως όταν δεν προκλήθηκε βλάβη, καθώς µία απόρριψη επί απλής διαδικαστικής παράβασης ελλείψει βλάβης θα οδηγούσε σε αφόρητη τυπολατρεία. Επιπλέον, επιβάλλεται να απορρίπτεται η αίτηση όταν η επίτευξη πλειοψηφίας «µεθοδεύτηκε» µε τη µη πρόσκληση πιστωτών µε τέτοιο ποσοστό απαιτήσεων, το οποίο θα µπορούσε να ανατρέψει τη σύναψη της σύµβασης µε τη µη επίτευξη της νόµιµης πλειοψηφίας (περίπτωση γ΄). Στην περίπτωση αυτή δεν µπορεί να απαιτηθεί η κάθε φορά επίκληση και απόδειξη βλάβης, καθώς η παράβαση αυτή θέτει εν αµφιβόλω τις ίδιες τις προϋποθέσεις ύπαρξης συµφωνίας (συγκέντρωση ελάχιστης πλειοψηφίας). Αν πάντως παραλείφθηκε η πρόσκληση ενός πιστωτή, ο οποίος δεν µπορούσε να επηρεάσει την ύπαρξη απαρτίας ή πλειοψηφίας, τότε η απόρριψη της αίτησης επικύρωσης δεν αποκλείεται σε κάθε περίπτωση, αλλά εξαρτάται από τη συνδροµή βλάβης στο πρόσωπο του πιστωτή, καθώς η περίπτωση αυτή υπάγεται στην περίπτωση β΄. Τέλος, η αίτηση επικύρωσης απορρίπτεται σε περίπτωση που αποδειχθεί ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου ότι η επιχείρηση δεν κατέβαλε προς τους πιστωτές της τα ποσά που είχε συµφωνηθεί να καταβάλει µε βάση τους όρους της υπό επικύρωση σύµβασης αναδιάρθρωσης οφειλών (περίπτωση δ΄). Είναι προφανές ότι στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο οφειλέτης έχει ήδη εκπέσει της ρύθµισης, αφού δεν κατάφερε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του ούτε κατά το, σχετικά σύντοµο, διάστηµα που µεσολάβησε από την κατάρτιση και έναρξη της ισχύος της συµφωνίας έως τη συζήτηση της αίτησης επικύρωσης. Σε κάθε άλλη περίπτωση το δικαστήριο επικυρώνει την σύµβαση αναδιάρθρωσης οφειλών.

Η παράγραφος 7 περιορίζει τα ένδικα µέσα που µπορούν να ασκηθούν κατά της απόφασης επικύρωσης. Στην περίπτωση της απόφασης που επικυρώνει τη συµφωνία αναδιάρθρωσης είναι επιβεβληµένος ο αποκλεισµός οποιουδήποτε τακτικού και έκτακτου ενδίκου µέσου, καθώς και της τριτανακοπής. Και τούτο, διότι η δυνατότητα άσκησης αυτών, θα παρέτεινε την αβεβαιότητα ως προς την ισχύ της συµφωνίας αναδιάρθρωσης, µία δε τέτοια αβεβαιότητα θα µπορούσε να αποβεί καταστροφική για την επιχείρηση, καθώς θα αποθάρρυνε οποιαδήποτε µορφή πίστωσης προς αυτήν (είτε χρηµατοδότησης είτε πώλησης εµπορευµάτων επί πιστώσει), αλλά και τη συµµετοχή των εταίρων ή µετόχων σε µία τυχόν απαιτούµενη αύξηση κεφαλαίου. Επισηµαίνεται ότι ο αποκλεισµός ακόµη και της τριτανακοπής δεν εγείρει ζητήµατα προστασίας των µερών, τα οποία δεν κλητεύθηκαν ούτε παρενέβησαν στη δίκη, δεδοµένου ότι αυτά προσκλήθηκαν να συµµετάσχουν στην εξωδικαστική διαδικασία (παράγραφος 2 του άρθρου 7) και εποµένως δεν αιφνιδιάζονται από την υποβολή αίτησης επικύρωσης. Από την άλλη πλευρά, σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης επικύρωσης, είναι πιο σηµαντικό να δοθεί άλλη µία ευκαιρία διάσωσης της επιχείρησης, γι’ αυτό προβλέπεται η άσκηση έφεσης. Και σε αυτήν την περίπτωση όµως επιβάλλεται να µην παρατείνεται επί µακρόν η αβεβαιότητα των πιστωτών για τη µορφή και το ύψος των απαιτήσεών τους, γι’ αυτό αποκλείεται η άσκηση των υπόλοιπων ενδίκων µέσων (πλην της έφεσης), καθώς και της τριτανακοπής.

Η παράγραφος 8, στο πρώτο της εδάφιο προβλέπει την έκταση ισχύος της απόφασης επικύρωσης. Από αυτήν καταλαµβάνονται όλες οι απαιτήσεις, που ρυθµίζονται στη σύµβαση αναδιάρθρωσης, χωρίς να έχει σηµασία αν ο εκάστοτε πιστωτής συµµετείχε ή συµβλήθηκε. Η δέσµευση όλων των πιστωτών, και ιδίως των µη συµµετασχόντων ή των συµµετασχόντων και µειοψηφησάντων, έστω κι αν συνιστά επέµβαση στην περιουσία τους, είναι επιβεβληµένη, καθώς τυχόν µη δέσµευσή τους αφενός θα έθετε σε κίνδυνο τη λειτουργία της επιχείρησης, λόγω απειλής αναγκαστικής εκτέλεσης ανά πάσα στιγµή για απαιτήσεις, τις οποίες δεν µπορεί ο οφειλέτης να εξοφλήσει άµεσα, αφετέρου θα δηµιουργούσε αντικίνητρο ακόµα και στην πλειοψηφία των πιστωτών από το να συναινέσει σε οποιαδήποτε αναδιάρθρωση, προκειµένου να µη βρεθεί σε χειρότερη θέση από τη µη δεσµευόµενη µειοψηφία. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου προβλέπει ότι η απόφαση επικύρωσης αποτελεί τίτλο εκτελεστό, µε σκοπό να ενθαρρύνει τους πιστωτές στο να συµφωνήσουν στην αναδιάρθρωση, καθώς η αναδιαρθρωµένη απαίτησή τους είναι πλέον εξοπλισµένη µε εκτελεστό τίτλο (για την απόκτηση του οποίου σηµειωτέον δεν θα απαιτηθεί καν η καταβολή δικαστικού ενσήµου). Τα υπόλοιπα εδάφια της παραγράφου προβλέπουν δηµοσιότητα της απόφασης, ανάλογη µε τη δηµοσιότητα της αίτησης, την οποία προβλέπει η παράγραφος 5.

Η παράγραφος 9 προβλέπει αναστολή της παραγραφής των ρυθµιζόµενων οφειλών κατά το χρονικό διάστηµα από την υποβολή της αίτησης του άρθρου 4 έως την ολοσχερή εξόφληση των ρυθµιζόµενων οφειλών ή την ακύρωση της σύµβασης αναδιάρθρωσης κατά το άρθρο 14. Η ρύθµιση είναι επιβεβληµένη λόγω της αναστολής που προβλέπεται σε διάφορα στάδια της διαδικασίας, αλλά και για το λόγο ότι µετά την επίτευξη της συµφωνίας αναδιάρθρωσης και έως την ακύρωσή της είναι νοµικά αδύνατη η δικαστική επιδίωξη της ρυθµιζόµενης απαίτησης µε τη µορφή που είχε πριν την αναδιάρθρωση. Περαιτέρω, η ρύθµιση παρέχει κίνητρο στους πιστωτές, κατά το στάδιο της διαπραγµάτευσης, να απέχουν από ενέργειες δικαστικής επιδίωξης της απαίτησής τους, µε αποτέλεσµα να προωθείται ένα κλίµα συνεργασίας µεταξύ του οφειλέτη και των πιστωτών, το οποίο θα ευνοήσει την επίτευξη συµφωνίας.

Άρθρο 13 – Αναστολή εκτελέσεως

Στο άρθρο 13 περιλαµβάνεται πρόβλεψη για την αυτοδίκαιη αναστολή λήψης µέτρων ατοµικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της περιουσίας του οφειλέτη, η οποία κρίθηκε ως απαραίτητη για την εξασφάλιση της επιτυχίας της διαδικασίας. Στην παράγραφο 1 ορίζεται το χρονικό διάστηµα της αναστολής σε εβδοµήντα (70) ηµέρες και ότι αυτό αρχίζει από την αποστολή της πρόσκλησης συµµετοχής από το συντονιστή στους πιστωτές, σύµφωνα µε τα προβλεπόµενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 7. Η αυτοδίκαιη αυτή αναστολή σκοπεύει στην διατήρηση της περιουσίας της επιχείρησης ως έχει κατά τη στιγµή της υποβολής της αίτησης και για ένα εύλογο χρονικό διάστηµα, προκειµένου να διευκολυνθούν οι διαπραγµατεύσεις και να ενισχυθεί το κλίµα συνεργασίας και εµπιστοσύνης µεταξύ πιστωτών και του οφειλέτη, αλλά και των ίδιων των πιστωτών µεταξύ τους, χωρίς να υπάρχει ο κίνδυνος ξαφνικής αποµείωσης της περιουσίας του οφειλέτη βάσει της δι’ αναγκαστικής εκτελέσεως επιδίωξης ικανοποίησης απαίτησης από επισπεύδοντα πιστωτή. Αφετέρου, δευτερεύων, αλλά εξίσου σηµαντικός, στόχος της διάταξης είναι να προκύπτει εκ του µέγιστου χρονικού ορίου της αναστολής ένας σαφής χρονικός ορίζοντας εντός του οποίου, οφειλέτης και πιστωτές οφείλουν να ανταποκριθούν και να προβούν στις αναγκαίες πράξεις µε συνέπεια και αποφεύγοντας άσκοπες καθυστερήσεις. Η σχετικά σύντοµη χρονικά προστασία προτιµήθηκε ούτως ώστε η παρεχόµενη αναστολή να µην αποτελέσει µέσο «ασυλίας» έναντι των ατοµικών διώξεων για την επιχείρηση, ούτε αφορµή πολύµηνης κωλυσιεργίας. Η αναστολή καταλαµβάνει και την απαγόρευση εγγραφής προσηµείωσης υποθήκης επί ακινήτου του οφειλέτη, που θα θεωρείται άκυρη, αν ο υπέρ ου η προσηµείωση πιστωτής είχε προηγουµένως προσκληθεί να συµµετάσχει στη διαδικασία. Ωστόσο, υπό το παραπάνω πρίσµα της ανάγκης διασφάλισης τόσο της συνέχισης της λειτουργίας της επιχείρησης και όσο και προστασίας της περιουσίας της, κρίνεται αναγκαίο κατ’ εξαίρεση να επιτρέπεται η χορήγηση ασφαλιστικών µέτρων όταν πιθανολογείται βάσιµα η αποµείωση της περιουσίας της όπως αυτή ενδεικτικά θα µπορούσε να πραγµατωθεί διά πράξεων αποµάκρυνσης, αφαίρεσης, µετακίνησης ή καταστροφής κινητών πραγµάτων ή αξιών της. Κατά λογική ακολουθία, στο δεύτερο εδάφιο της πρώτης παραγράφου ρητά προβλέπεται ότι πράξεις εκτέλεσης, προδικασίας ή κύριας διαδικασίας, που λαµβάνουν χώρα µετά την επέλευση της αυτοδίκαιης αναστολής, θα είναι άκυρες. Σε περιπτώσεις που διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση χρηµατικής απαίτησης έχει ήδη ξεκινήσει, αυτή αναστέλλεται δια της κοινοποίησης στα όργανα της εκτέλεσης της πιστοποιηµένης από την Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. βεβαίωσης του συντονιστή για την πληρότητα της αίτησης υπαγωγής στην διαδικασία εξωδικαστικής ρύθµισης οφειλών. Και σε αυτήν την περίπτωση, θα πρέπει να έχει ήδη αποσταλεί από το συντονιστή στον επισπεύδοντα πιστωτή η πρόσκληση συµµετοχής στη διαδικασία.

Η παράγραφος 2 προβλέπει ότι η αυτοδίκαιη αναστολή αίρεται επίσης αυτοδίκαια όταν διαπιστώνεται έλλειψη απαρτίας συµµετεχόντων πιστωτών ή περαιώνεται ως άκαρπη για οποιονδήποτε άλλο λόγο η διαδικασία, καθώς και σε περίπτωση που λαµβάνει απόφαση για την άρση της η απόλυτη πλειοψηφία των συµµετεχόντων πιστωτών.

Η παράγραφος 3 προβλέπει τη διαδικασία για την παράταση µε δικαστική απόφαση της εκ του νόµου χορηγηθείσας αναστολής, για λόγους που συχνά θα ανάγονται στην πολυπλοκότητα της υπόθεσης ή στο µεγάλο αριθµό των συµµετεχόντων πιστωτών και απαιτήσεων και στο χρόνο που απαιτείται σε αυτές τις περιπτώσεις για την εκπόνηση, µελέτη και αξιολόγηση ενός πολυσύνθετου σχεδίου σύµβασης αναδιάρθρωσης. Η σχετική αίτηση υποβάλλεται ενώπιον του Μονοµελούς Πρωτοδικείου κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 ΚΠολΔ και το αίτηµα της παράτασης της εκ του νόµου χορηγηθείσας 70ήµερης αναστολής για µέγιστο χρονικό διάστηµα τεσσάρων επιπλέον µηνών, προς αποφυγή καταστρατηγήσεων, συνυπογράφεται υποχρεωτικώς από την απόλυτη πλειοψηφία των συµµετεχόντων στη διαπραγµάτευση πιστωτών. Με την παράγραφο 4 χορηγείται το δικαίωµα σε πιστωτές που επικαλούνται την επέλευση ιδιαιτέρως δυσµενών και ανεπανόρθωτων συνεπειών εις βάρος τους από την αυτοδίκαιη αναστολή, να αιτηθούν την παύση της, οµοίως κατά τη διαδικασία του άρθρου 686 ΚΠολΔ. Αν την αίτηση συνυπογράφει η πλειοψηφία των πιστωτών, το δικάζον δικαστήριο την κάνει υποχρεωτικώς δεκτή.

Στην παράγραφο 5 αποσαφηνίζεται ότι κατά το χρονικό διάστηµα της αναστολής απαγορεύεται στον οφειλέτη η διάθεση ή η επιβάρυνση των ακινήτων και του εξοπλισµού της επιχείρησής του ή και άλλων περιουσιακών του στοιχείων, µε την εξαίρεση των πράξεων που εντάσσονται στη συνήθη δραστηριότητα της επιχείρησης, π.χ. πράξεις πώλησης εµπορευµάτων, εξόφληση τρέχοντων λογαριασµών κοινής ωφελείας, πληρωµή µισθοδοσίας κ.ά..

Τέλος, στην παράγραφο 6 ορίζεται ότι δεν θίγονται από τις διατάξεις του άρθρου 13 οι ειδικές ρυθµίσεις για την αναγκαστική εκτέλεση των συµφωνιών παροχής χρηµατοοικονοµικής ασφάλειας.

Άρθρο 14 – Συνέπειες µη τήρησης της συµφωνίας ανατροπή ή ακύρωση

Στο άρθρο 14 καθορίζονται οι συνέπειες της µη τήρησης της συµφωνίας από την επιχείρηση, δεδοµένου ότι η τελευταία µε βάση τη σύµβαση αναδιάρθρωσης οφειλών που έχει συναφθεί έχει δεσµευθεί να εξυπηρετεί τις απαιτήσεις που έχουν ρυθµισθεί σύµφωνα µε τους ειδικότερους όρους της σύµβασης. Η παράγραφος 1 καθορίζει τις συνέπειες της καθυστέρησης καταβολής δόσης από τον οφειλέτη προς οποιονδήποτε από τους πιστωτές του για χρονικό διάστηµα άνω των ενενήντα (90) ηµερών, έστω και αν υπάρχει εµπρόθεσµη µερική καταβολή. Στην περίπτωση αυτή, ο πιστωτής δικαιούται να αιτηθεί προς το Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση επικύρωσης την ακύρωση της σύµβασης αναδιάρθρωσης. Εάν η σύµβαση δεν έχει επικυρωθεί δικαστικά η αίτηση κατατίθεται στο Πολυµελές Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου έχει ο οφειλέτης την έδρα του. Η αίτηση ακύρωσης δικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Στην παράγραφο 2 αποσαφηνίζονται οι έννοµες συνέπειες της ακύρωσης της συµφωνίας, και συγκεκριµένα ορίζεται ότι η ακύρωση της συµφωνίας, έστω και εάν ζητείται µε πρωτοβουλία ενός εκ των πιστωτών, επιφέρει την ακύρωσή της αναδροµικά προς όλους τους πιστωτές, τον οφειλέτη και τους συνοφειλέτες. Όσα ποσά έχουν τυχόν καταβληθεί από τον οφειλέτη στο πλαίσια της σύµβασης αναδιάρθρωσης, αφαιρούνται από τα συνολικά ποσά των οφειλών που αναβιώνουν.

Η παράγραφος 3 ορίζει ότι µετά την άσκηση της αίτησης ακύρωσης, κάθε πιστωτής δικαιούται να προσφύγει στο Μονοµελές Πρωτοδικείο της περιφέρειας εντός της οποίας έχει έδρα ο οφειλέτης, προκειµένου να του επιτραπεί η λήψη ασφαλιστικών µέτρων, σύµφωνα µε την κατάσταση που υπήρχε πριν τη σύναψη της υπό ακύρωση συµφωνίας και εφόσον πιθανολογείται ανεπανόρθωτη βλάβη του. Η αίτηση εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών µέτρων του Κώδικα Πολιτικής Δικονοµίας, ενώ στην περίπτωση που η αίτηση υποβάλλεται από την πλειοψηφία των πιστωτών, το αρµόδιο δικαστήριο επιτρέπει υποχρεωτικά τη λήψη ασφαλιστικών µέτρων.

Στην παράγραφο 4 προβλέπεται ρητά ότι οι πράξεις που έλαβαν χώρα στο πλαίσιο της σύµβασης αναδιάρθρωσης για την ικανοποίηση των πιστωτών και τη διάσωση της επιχείρησης, εξαιρούνται της πτωχευτικής ανάκλησης σύµφωνα µε τα άρθρα 41 επ. του Πτωχευτικού Κώδικα.

Με την παράγραφο 5 εισάγεται µαχητό τεκµήριο περί της παύσης πληρωµών του οφειλέτη, σε περίπτωση ακύρωσης της σύµβασης αναδιάρθρωσης οφειλών. Αυτό σηµαίνει ότι εάν κατατεθεί αίτηση πτώχευσης από πιστωτή της επιχείρησης, η τελευταία οφείλει να αποδείξει ότι το γεγονός της µη εξυπηρέτησης των ρυθµισµένων µε τη σύµβαση αναδιάρθρωσης οφειλών της και της συνακόλουθης ακύρωσης της συµφωνίας οφειλόταν σε τυχαίους, απρόβλεπτους ή παροδικούς παράγοντες (π.χ. ασθένεια, προσωρινή οικονοµική δυστοκία, λανθασµένοι επιχειρηµατικοί χειρισµοί κ.ά.) και δεν συνιστά µόνιµη και γενική αδυναµία εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσµων χρηµατικών υποχρεώσεών της κατά τα προβλεπόµενα στο άρθρο 3 παράγραφος 1 του Πτωχευτικού Κώδικα.

Με την παράγραφο 6 του άρθρου 14 εισάγονται ειδικές διατάξεις αναφορικά µε την µη εκπλήρωση των εκ της σύµβασης αναδιάρθρωσης εκπορευόµενων υποχρεώσεων του οφειλέτη απέναντι στο Δηµόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης. Συγκεκριµένα η µη καταβολή δόσεων ή η µερική καταβολή δόσεων από τον οφειλέτη προς τη Φορολογική Διοίκηση ή τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, έως τη συµπλήρωση του ποσού που αντιστοιχεί σε τρεις (3) δόσεις, έχει ως συνέπεια την αυτοδίκαιη ανατροπή της σύµβασης αναδιάρθρωσης έναντι του Δηµοσίου ή των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης και την αναβίωση των απαιτήσεών τους. Το αυτό αποτέλεσµα επέρχεται και όταν ο οφειλέτης: παραλείψει να υποβάλλει τις προβλεπόµενες δηλώσεις φορολογίας εισοδήµατος και φόρου προστιθέµενης αξίας, καθώς και την προβλεπόµενη Αναλυτική Περιοδική Δήλωση (Α.Π.Δ.), εντός τριών (3) µηνών από την παρέλευση της προθεσµίας υποβολής τους ή παραλείψει να εξοφλήσει ή να τακτοποιήσει µε νόµιµο τρόπο, µε αναστολή είσπραξης ή ρύθµιση τµηµατικής καταβολής, τις οφειλές του είτε προς το Δηµόσιο ή υπέρ τρίτων που εισπράττονται από τη Φορολογική Διοίκηση είτε προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, οι οποίες βεβαιώθηκαν µετά την 31η Δεκεµβρίου 2016, εντός ενενήντα (90) ηµερών από την ηµεροµηνία έναρξης ισχύος ή, σε περίπτωση δικαστικής επικύρωσης, από την ηµεροµηνία επικύρωσης της σύµβασης αναδιάρθρωσης ή, προκειµένου για οφειλές που κατέστησαν ληξιπρόθεσµες µετά την έναρξη ισχύος ή την επικύρωση της σύµβασης, παραλείψει να τις εξοφλήσει ή να τις ρυθµίσει εντός εξήντα (60) ηµερών από τη λήξη της νόµιµης προθεσµίας καταβολής τους. Στην περίπτωση αυτή, ως προελέχθη, αυτοδικαίως ανατρέπεται η σύµβαση αναδιάρθρωσης έναντι του Δηµοσίου ή των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης και αναβιώνουν αντίστοιχα οι απαιτήσεις τους, οπότε καθίσταται άµεσα ληξιπρόθεσµο και απαιτητό το σύνολο του υπολοίπου της οφειλής που παραµένει ανεξόφλητο, σύµφωνα µε τα στοιχεία της αρχικής βεβαίωσης, µαζί µε τους αναλογούντες τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσµης καταβολής. Η επέλευση της ανατροπής της σύµβασης αναδιάρθρωσης, γνωστοποιείται από το Δηµόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης άµεσα στους λοιπούς πιστωτές, ενώ εντός τριάντα (30) ηµερών από τη γνωστοποίηση αυτή οποιοσδήποτε πιστωτής µπορεί να ζητήσει την ακύρωση της συµφωνίας ως προς όλους τους πιστωτές.

Τέλος, µε την παράγραφο 7 προβλέπεται ότι οι ειδικότερες λεπτοµέρειες, η διαδικασία και ο τρόπος της γνωστοποίησης της προηγούµενης παραγράφου, θα καθοριστούν µε απόφαση των Υπουργών Οικονοµικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης

Άρθρο 15 – Συµµετοχή του Δηµοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης

Με το άρθρο 15 θεσπίζονται οι ειδικότεροι υποχρεωτικοί κανόνες που διέπουν τη συµµετοχή του Δηµοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης στον Εξωδικαστικό Μηχανισµό Ρύθµισης Οφειλών, την ένταξη οφειλών προς το Δηµόσιο και τους ΦΚΑ στις συµβάσεις αναδιάρθρωσης του παρόντος νόµου, καθώς και τα συναφή τεχνικά και διαδικαστικά ζητήµατα. Συγκεκριµένα στην παράγραφο 1 αναφέρεται το πεδίο εφαρµογής του παρόντος άρθρου.

Στις παραγράφους 2 και 3 θεσπίζονται ειδικότεροι κανόνες που πρέπει να τηρούνται σε κάθε σύµβαση αναδιάρθρωσης προκειµένου περί ρύθµισης οφειλών προς το Δηµόσιο, συµπεριλαµβανοµένης και της δυνατότητας µερικής διαγραφής, επί ποινή ακυρότητας των τυχόν αντίθετων όρων.

Στην παράγραφο 4 ορίζεται ότι τυχόν υφιστάµενες ρυθµίσεις οφειλών προς το Δηµόσιο, βάσει άλλων νοµοθετικών διατάξεων, διατηρούνται και εντάσσονται πλέον στη σύµβαση αναδιάρθρωσης του παρόντος νόµου, ως έχουν διαµορφωθεί κατά την ηµεροµηνία έγκρισης της συµφωνίας. κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η τροποποίηση των ως άνω εντασσόµενων ρυθµίσεων, µε αύξηση του αριθµού των δόσεων, στην περίπτωση και στο βαθµό που αυτό επιβάλλεται από τη συνολική δυνατότητα αποπληρωµής του οφειλέτη, ώστε να µην περιέλθουν άλλοι πιστωτές σε χειρότερη οικονοµική θέση από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν σε περίπτωση ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη και των βεβαρηµένων υπέρ αυτών περιουσιακών στοιχείων τρίτων, στο πλαίσιο διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης.

Στην παράγραφο 5 καθορίζονται τα κριτήρια για τον υπολογισµό του αριθµού και του ύψους των δόσεων αποπληρωµής οφειλών προς το Δηµόσιο.

Στην παράγραφο 6 θεσπίζονται ειδικότεροι κανόνες για τις µικρές οφειλές προς το Δηµόσιο, ώστε οι διαδικασίες να είναι πιο απλοποιηµένες και οι τύποι ρυθµίσεων πιο συγκεκριµένοι, προκειµένου να αποφεύγεται η επιβάρυνση τόσο του Μηχανισµού όσο και των αρµοδίων Υπηρεσιών του Δηµοσίου.

Στην παράγραφο 7 ρυθµίζονται ζητήµατα σχετικά µε τυχόν διαγραφές οφειλών προς το Δηµόσιο.

Στην παράγραφο 8 ορίζεται ότι επί των οφειλών προς το Δηµόσιο που ρυθµίζονται δυνάµει της σύµβασης αναδιάρθρωσης δεν υπολογίζονται περαιτέρω τόκοι ή προσαυξήσεις εκπρόθεσµης καταβολής, ούτε τα πρόστιµα των διατάξεων του άρθρου 57 του ΚΦΔ και του άρρθου 6 του ΚΕΔΕ.

Στην παράγραφο 9 ορίζεται ο τρόπος µε τον οποίον ψηφίζει ο εκπρόσωπος του Δηµοσίου, στις περιπτώσεις που δεν τίθεται σε ψηφοφορία τυχόν υποβληθείσα δική του πρόταση.

Στην παράγραφο 10 ορίζονται τα σχετικά µε τη χορήγηση αποδεικτικού ενηµερότητας για τις ρυθµισµένες οφειλές του παρόντος νόµου.

Στην παράγραφο 11 προβλέπονται οι όροι αναστολής της λήψης αναγκαστικών µέτρων και της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς και αναστολής της ποινικής δίωξης του αδικήµατος του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 και αναβολής της εκτέλεσης της ποινής που έχει επιβληθεί βάσει του ως άνω άρθρου ή διακοπής αυτής.

Στην παράγραφο 12 περιέχονται ορισµοί για την εφαρµογή του παρόντος άρθρου.

Στην παράγραφο 13 προβλέπεται η ανάλογη εφαρµογή των προηγουµένων παραγράφων και για οφειλές υπέρ τρίτων οι οποίες βεβαιώνονται και εισπράττονται από τη Φορολογική Διοίκηση.

Στην παράγραφο 14 περιέχεται εξουσιοδότηση προς τον Υπουργό Οικονοµικών να εκδίδει αποφάσεις για τον καθορισµό κάθε ειδικότερου θέµατος για την εφαρµογή των διατάξεων των ως άνω παραγράφων του παρόντος άρθρου.

Στις παραγράφους 15 έως 20 περιέχονται αντίστοιχες ρυθµίσεις για τη δυνατότητα συµµετοχής των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης στο Μηχανισµό Εξωδικαστικής Ρύθµισης Οφειλών

Τέλος, στην παράγραφο 21 προβλέπεται η δυνατότητα του Δηµοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης να προχωρούν διµερώς σε ανάλογες ρυθµίσεις οφειλών µε πρόσωπα που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρµογής του παρόντος νόµου.

Άρθρο 16 – Ηλεκτρονική πλατφόρµα εξωδικαστικού µηχανισµού ρύθµισης οφειλών

Στο άρθρο 16 περιγράφονται οι λειτουργίες της ψηφιακής πλατφόρµας ηλεκτρονικής υποβολής και διαχείρισης αιτήσεων, µέσω της οποίας θα διεξάγεται η διαδικασία εξωδικαστικής ρύθµισης οφειλών που περιγράφεται στο παρόν σχέδιο νόµου. Με δεδοµένο ότι το παρόν σχέδιο νόµου φιλοδοξεί να δώσει διέξοδο σε µεγάλο πλήθος υπερχρεωµένων, πλην βιώσιµων, επιχειρήσεων, είναι αναµενόµενη, αλλά και επιθυµητή, µία αυξηµένη ροή υποθέσεων. Προκειµένου η µεγάλη ροή υποθέσεων να µην οδηγήσει σε καθυστέρηση διεκπεραίωσής τους, είναι επιβεβληµένη η χρήση µίας ηλεκτρονικής πλατφόρµας. Η παράγραφος 1 περιγράφει τις κύριες λειτουργίες και εφαρµογές της πλατφόρµας, προκειµένου να καταστεί εφικτή η ηλεκτρονική διεξαγωγή της διαδικασίας, ει δυνατόν, στο σύνολό της και ορίζει ότι αυτή θα αναπτυχθεί στην ιστοσελίδα της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. µε τη συνεργασία της Γενικής Γραµµατείας Πληροφοριακών Συστηµάτων και Διοικητικής Υποστήριξης του Υπουργείου Οικονοµικών.

Η παράγραφος 2 εξουσιοδοτεί τους Υπουργούς Οικονοµίας και Ανάπτυξης και Οικονοµικών, να καθορίσουν τις διαδικασίες, τις προϋποθέσεις και τις τεχνικές λεπτοµέρειες, που αποτελούν τις τεχνικές προδιαγραφές της ηλεκτρονικής πλατφόρµας, ώστε να παραπάνω λεπτοµερειακά ζητήµατα να µην αποτελούν αντικείµενο του νόµου, αλλά να υφίσταται ευελιξία στη ρύθµισή τους.

Τέλος, η παράγραφος 3 δίνει τη δυνατότητα έκδοσης κοινής υπουργικής απόφασης, µε την οποία θα προβλέπεται απλοποιηµένη διαδικασία ρύθµισης οφειλών και απλοποιηµένη αξιολόγηση βιωσιµότητας και πρόταση ρύθµισης, για τις περιπτώσεις προσώπων, των οποίων οι συνολικές προς ρύθµιση οφειλές δεν υπερβαίνουν τις 50.000 ευρώ. Η διάταξη αποσκοπεί στο να απλοποιήσει τη διαδικασία επί των περιπτώσεων αυτών, ώστε να απαιτηθεί µικρότερη ανάλωση ανθρώπινων πόρων τόσο του οφειλέτη όσο και των πιστωτών και εποµένως να ενθαρρυνθεί η υποβολή και η εξέταση αιτήσεων και των µικρότερων ακόµα επιχειρήσεων.

Άρθρο 17 – Συνεργασία χρηµατοδοτικών φορέων

Το άρθρο 17 επιτρέπει σε περισσότερα πιστωτικά ή χρηµατοδοτικά ιδρύµατα ή εταιρίες του ν. 4354/2015 να συνεργάζονται µεταξύ τους, να ανταλλάσσουν πληροφορίες και να υποβάλουν κοινή πρόταση προς τον οφειλέτη. Με τον τρόπο αυτό εκτιµάται ότι τα προαναφερόµενα πρόσωπα θα µπορέσουν να εξετάσουν περισσότερα αιτήµατα λόγω µείωσης του κόστους και έτσι θα µειωθούν οι περιπτώσεις άκαρπης διαδικασίας λόγω έλλειψης απαρτίας. Η διάταξη κρίθηκε απαραίτητη, προκειµένου να µην υφίσταται οποιαδήποτε αµφιβολία για τη νοµιµότητα αυτής της συνεργασίας.

Άρθρο 18 – Έναρξη ισχύος

Το άρθρο 18 προβλέπει την έναρξη ισχύος των επιµέρους διατάξεων του σχεδίου νόµου και υπαγορεύεται από την ανάγκη της όσο το δυνατόν αρτιότερης οργάνωσης της διαδικασίας πριν την υποβολή της πρώτης αίτησης υπαγωγής στον εξωδικαστικό µηχανισµό ρύθµισης οφειλών. Ειδικότερα, προβλέπεται η άµεση έναρξη ισχύος των διατάξεων που αποσκοπούν στην προετοιµασία του µηχανισµού, όπως είναι οι εξουσιοδοτικές διατάξεις, οι διατάξεις που ρυθµίζουν τη δηµιουργία του µητρώου συντονιστών κ.ά., ενώ ως χρόνος έναρξης ισχύος των λοιπών διατάξεων του σχεδίου νόµου ορίζονται οι τρεις (3) µήνες από τη δηµοσίευση του νόµου στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως, καθώς αυτό το χρονικό διάστηµα κρίνεται απαραίτητο, προκειµένου να έχουν ολοκληρωθεί όλες οι απαιτούµενες προπαρασκευαστικές ενέργειες, όπως για παράδειγµα η δηµιουργία της ηλεκτρονικής πλατφόρµας του άρθρου 16.

 

Αιτιολογική Έκθεση 18

Με την παρούσα διάταξη επιδιώκεται η εναρμόνιση του καθεστώτος δημοσιεύσεων των δημοσίων προμηθειών και έργων που προβλέπεται στο πδ 28/80 (Α’11), ΕΚΠΟΤΑ, και στην απόφαση με αριθμ. 11389/1993 (Β’ 185) του Υπουργού Εσωτερικών και αφορά την υποχρέωση δημοσίευσης στον ημερήσιο και εβδομαδιαίο τύπο, με τις διατάξεις περί δημοσιεύσεων του λοιπού ρυθμιστικού πλαισίου των δημοσίων συμβάσεων στα άρθρα 377 και 379, ώστε να ισχύσει και για τις προμήθειες των Δήμων η μεταβατική διάταξη του άρθρου 379 και να δοθεί μια χρονική παράταση μέχρι το 2021.

Άρθρο ….19

Στο άρθρο 8 του Καταστατικού της ΜΟΔ Α.Ε (άρθρο 33 του ν. 3614/2007 – Α’ 267 προβλέπεται η διαδικασία πρόσληψης προσωπικού από τον ιδιωτικό τομέα και η διαδικασία απόσπασης προσωπικού από τον δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα. Μετά την ισχύ του ν. 4314/2014 ( Α’ 265) και τον καθορισμό ενιαίας διοίκησης του προσωπικού που υπηρετεί στις Ειδικές Υπηρεσίες ΕΣΠΑ και την Κεντρική Υπηρεσία της ΜΟΔ Α.Ε (άρθρο 35) καθώς και τον καθορισμό ενιαίας διαδικασίας για την κινητικότητα του προσωπικού (άρθρο 37) και την επιλογή Προϊσταμένων (άρθρο 39) των Ειδικών Υπηρεσιών και της Κεντρικής Υπηρεσίας της ΜΟΔ Α.Ε, καθίσταται αναγκαία η τροποποίηση της διάταξης του Καταστατικού της ΜΟΔ Α.Ε που αφορά την διαδικασία απόσπασης προσωπικού από φορείς του δημόσιου και ευρύτερου δημόσιου τομέα, προκειμένου να εφαρμοστεί το ενιαίο σύστημα διοίκησης, κινητικότητας του προσωπικού και επιλογής προϊσταμένων και στην Κεντρική Υπηρεσία της ΜΟΔ Α.Ε.

Άρθρο…..20

Με την παράγραφο 1 προβλέπεται η δυνατότητα της «Επιτελικής Δομής ΕΣΠΑ του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Τομέα Απασχόλησης και Κοινωνικής Οικονομίας», να αναλαμβάνει τη διαχείριση μέρους τομεακού Επιχειρησιακού Προγράμματος ή συγκεκριμένα καθήκοντα Διαχειριστικής Αρχής του εν λόγω Επιχειρησιακού Προγράμματος, με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης, και για δράσεις κρατικών ενισχύσεων.
Με την παράγραφο 2 , σε συνδυασμό με τη ρύθμιση του άρθρου 1, προβλέπεται διαδικασία απόσπασης ή μετακίνησης προσωπικού από τον δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, η οποία θα καθοριστεί με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης, στο πλαίσιο εφαρμογής του ενιαίου συστήματος διοίκησης, κινητικότητας προσωπικού και διαδικασίας επιλογής προϊσταμένων, που εισήχθη με τις διατάξεις του ν. 4314/2014 ( Α’ 265). Με την παράγραφο 3 τροποποιείται η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 39 του ν. 4314/2014 ως προς την τοποθέτηση των Προϊσταμένων της ΜΟΔ Α.Ε, η οποία θα γίνεται με απόφαση του Προέδρου της εταιρείας κατόπιν εισήγησης του Δ.Σ μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας της παρ. 2 του ίδιου άρθρου. Επίσης, προβλέπεται ότι οι Προϊστάμενοι που είχαν επιλεγεί στο παρελθόν κατ’ εφαρμογή της τότε ισχύουσας νομοθεσίας εφόσον δεν επιλεγούν κατ’ εφαρμογή της διαδικασίας που προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου αυτού μπορούν, με αίτησή τους, να συνεχίσουν να υπηρετούν στις υπηρεσίες που ασκούσαν καθήκοντα θέσης ευθύνης.

Άρθρο…..21

Με την προτεινόμενη ρύθμιση εξαλείφεται το καθεστώς μισθολογικής ανισότητας που έχει προκύψει για την κατηγορία προσωπικού των Ειδικών Υπηρεσιών ΕΣΠΑ, που αποσπάται ή μετακινείται (και τους ήδη υπηρετούντες) από φορείς του δημόσιου και ευρύτερου δημόσιου τομέα. Με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 9 του ν. 4205/2013 ( Α’ 242) εξομοιώθηκε μισθολογικά το προσωπικό της ΜΟΔ Α.Ε με το προσωπικό της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Επενδύσεων και ΕΣΠΑ προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές ανισότητες μεταξύ υπαλλήλων αντίστοιχου κλάδου, ειδικότητας, βαθμού και κλιμακίου, που υπηρετούσαν σε αντίστοιχες θέσεις των Ειδικών Υπηρεσιών ΕΣΠΑ και της Κεντρικής Υπηρεσίας της ΜΟΔ Α.Ε παρέχοντας ομοειδείς υπηρεσίες αλλά δεν ρυθμίστηκε με όμοιο τρόπο και για τους υπαλλήλους που αποσπώνται από τον δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, με αποτέλεσμα να έχουν δημιουργηθεί εκ νέου μισθολογικές ανισότητες. Στο πλαίσιο του ενιαίου συστήματος διοίκησης του προσωπικού των Ειδικών Υπηρεσιών ΕΣΠΑ και της Κεντρικής Υπηρεσίας της ΜΟΔ Α.Ε, το οποίο εξυπηρετεί ένα απαιτητικό και εξειδικευμένο αντικείμενο σε συνδυασμό με την υποστελέχωση των Ειδικών Υπηρεσιών, κρίνεται απαραίτητη η εξομάλυνση των μισθολογικών ανισοτήτων μεταξύ εργαζομένων με ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, με αντίστοιχη κατάταξη σε βαθμό και κλιμάκιο, που εργάζεται στο ίδιο αντικείμενο και παρέχει ομοειδείς υπηρεσίες. Τέλος, προβλέπεται ότι το ειδικό επίδομα θα καταβάλλεται από τη ΜΟΔ Α.Ε και θα καλυφθεί εξ ολοκλήρου από πόρους του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης.